Οι γυναίκες στην πειρατεία με δυο βιογραφίες χάρμα ιδέσθαι

Οι γυναίκες στην πειρατεία. Με δυο βιογραφίες χάρμα ιδέσθαι
Στη φωτογραφία βλέπετε οι δύο γυναίκες πειρατές, την Anne Bonny και την Mary Read που Θα αναλύσουμε την βιογραφία τους παρακάτω

Στο τελευταίο άρθρο της προηγούμενης σεζόν είδαμε τη ζωή και τις περιπέτειες του Bartholomew Roberts, ενός εκ των πιο πετυχημένων πειρατών της “Χρυσής Εποχής” της πειρατείας. Όπως υποσχέθηκα τότε, θα έδινα και άλλους θησαυρούς από το πειρατικό λημέρι , όμως μας έπιασε το low maintenance του site για καλοκαίρι και έτσι δε κατάφερα να πραγματοποιήσω αυτή την υπόσχεση — όμως ποτέ δεν είναι αργά όμως!

Σήμερα, για να μας μπει ωραία το θερινό ηλιοστάσιο, αντί να δούμε κάποιον από τους αρκετούς, όχι και τόσο ευυπόληπτους μπαρμπάδες που κυκλοφορούσαν στις θάλασσες και μακέλευαν όσα καράβια τους έμπαιναν στο μάτι, θα ρίξουμε ένα βλέφαρο στη σχέση των γυναικών με την πειρατεία και σαν συνέπεια αυτού θα δούμε όχι μία, αλλά δύο περιπτώσεις θηλυκών πειρατών, οι οποίες όπως θα φανεί στη συνέχεια παρουσιάζουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα twists.

Αν θυμάσαι από το προηγούμενο άρθρο – μα τι λέω τώρα, εδώ δε θυμάσαι που έβαλες το πορτοφόλι σου -, στους κανόνες “ορθής λειτουργίας για να μη σφαχτούμε εδώ μέσα” που είχε θεσπίσει ο Roberts όταν ξέμεινε με καμιά 40 νοματαίους στο Fortune, υπήρχε ένα άρθρο που απαγόρευε μεταξύ άλλων και την παρουσία γυναικών μέσα στο πλοίο.

Σεξιστικό ως εκεί που δε πάει, αλλά εκείνη την εποχή θεωρούταν πέρα για πέρα ασφαλές και δίκαιο αφού μία εκ των κοινών δεισιδαιμονιών που κυκλοφορούσαν ανάμεσα σε πειρατές και ναυτικούς πάσης φύσεως ήταν πως “οι γυναίκες πάνω σε καράβι φέρνουν κακοτυχία“.

Από που μπορεί να προήλθε αυτή η παράλογη ιδέα; Μάλλον από το γεγονός ότι θεωρούσαν τις γυναίκες πάνω στο πλοίο αιτία για καβγά μεταξύ τους — επειδή γινόμαστε ζηλότυποι και εγωιστές όταν θέλουμε να γαμήσουμε μας φταίνε οι γυναίκες, ω, τι καλά!

Πέραν της δυσειδαιμονίας και της ανακατωσούρας στη λίμπιντο των πειρατών όταν βρίσκονταν πάνω στο ίδιο σκαρί με γυναίκες, άλλος ένας λόγος που θεωρείται πως εμπόδιζε την ένταξη μιας γυναίκας σε ένα πειρατικό πλήρωμα ήταν οι γενικά οι ζόρικες συνθήκες λόγω έλλειψης υποδομών στα πειρατικά καράβια.

Υπήρχαν ήδη άνδρες πειρατές που τα έβρισκαν από νωρίς σκούρα λόγω αυτού και εγκατέλειπαν άρον άρον το επάγγελμα, οπότε ανάγαγέ το αυτό σε γυναίκες, που ήταν κοινωνικά προδιατεθειμένες να αντιμετωπίζονται από τους εαυτούς και τον περίγυρό τους ως “αδύναμες“, “ευαίσθητες” και άλλα τέτοια σιχαμερά και αναληθή.

Παρά αυτής της διάκρισης βέβαια, τον 18ο αιώνα, η γυναικεία παρουσία στη στεριά έπαιζε πολύ σημαντικό και λειτουργικό ρόλο για τους πειρατές εκείνης της εποχής.

Λόγω μεγάλης πολεμικής ανακατωσούρας εκείνο τον καιρό, πολλοί άνδρες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και άφηναν τις επιχειρήσεις τους στις συζύγους τους. Συχνά, πολλοί από αυτούς δεν επέστρεφαν ποτέ, με αποτέλεσμα η εκάστοτε επιχείρηση να μένει επ’ αορίστων σε γυναικεία χέρια.

Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν να κάνουν με εμπόριο και προσωρινή στέγαση και σίτιση-καπηλειά, πανδοχεία κ.τ.λ.- και με τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις οι πειρατές είχαν στενά πάρε δώσε όταν βρίσκονταν στη στεριά. Ως επακόλουθο, είχαν και πάρε δώσε με τις γυναίκες που τα διεύθυναν, αναπτύσσοντας μαζί τους σχέσεις εμπορικές αλλά και αλληλοπροστασίας.

Εκτός αυτού, πολλοί πειρατές είχαν συζύγους που τους περίμεναν στη στεριά και συνήθως ήταν χωμένες στο παιχνίδι της προστασίας πειρατών από τις αρχές όσο αυτοί βρίσκονταν εκτός της όποιας ασφάλειας από τον νόμο τους προσέφερε η θάλασσα.

Μερικές από αυτές τις γυναίκες τώρα κατάφερναν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να παρακάμψουν το ταμπού που υπαγόρευε αυστηρά “No women on board!” και βρισκόταν στη θάλασσα να κάνουν τους πειρατές, συχνά αποκαλύπτοντας πολύ μετέπειτα την έμφυλή τους ταυτότητα, όταν πλέον το πλήρωμα του καραβιού τις υπολόγιζε σαν αξιότιμα μέλη του και όχι σαν “πλάσματα του διαβόλου που μας φέρνουν κακοτυχία“.

Αυτά τα ολίγα εισαγωγικά, αναφορικά με τον ανδροκρατούμενο κλάδο της πειρατείας και της κατά σημεία δυσλειτουργικής και προκατειλημμένης σχέσης του με το γυναικείο φύλο.

Ας περάσουμε τώρα στη πρώτη από τις δύο κυρίες που θα μας απασχολήσουν σήμερα, την Anne Bonny.

Μάλλον η πιο γνωστή γυναικεία πειρατική φιγούρα, σύντροφος του Calico Jack με πολλές εμφανίσεις στην pop κουλτούρα, γεννήθηκε στην Ιρλανδία στις 8 Μαρτίου το 1702, αν και η χρονολογία γέννησης της δεν είναι εντελώς εξακριβωμένη και παίζει κάπου μεταξύ 1697 – 1702.

Όταν η ίδια ήταν ακόμα σε μικρή ηλικία, οι γονείς της αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στο Νέο Κόσμο. O πρώτος καιρός ήταν δύσκολος. Η μητέρα της Anne πέθανε λίγο μετά την άφιξη της οικογένειας στην Αμερική, ενώ ο πατέρας της προσπάθησε – χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- να πιάσει την καλή, ακολουθώντας το επάγγελμα του δικηγόρου. Βλέποντας πως δεν τραβάει το πράγμα γρήγορα το γύρισε στο εμπόριο.

Εδώ μάλιστα. Ο μπαμπάς της Anne μέσω αυτού κατάφερε να αποκτήσει μια αξιοπρεπή περιουσία για να προικίσει την κορούλα του — ή μήπως όχι;
Η Anne λέγεται πως ήταν από μικρή οξύθυμη, είχε φλογερό ταμπεραμέντο και δεν ανεχόταν να της κάνουν κουμάντο. Οπότε όταν αποφάσισε από μόνη της να παντρευτεί τον James Bonny, έναν φτωχοδιάβολο ναύτη όπου το έριχνε περιστασιακά στη πειρατεία, ο πατέρας της την αποκλήρωσε.

Λέγεται μάλιστα πως για να εκδικηθεί τον πατέρα της για αυτή του τη συμπεριφορά, η Bonny πήγε και έβαλε φωτιά στη φυτεία του, αλλά για του λόγου το αληθές, δεν είναι και πολύ σίγουρο ότι αυτή η ιστορία ισχύει.

Τέλος πάντων. Κάπου μέσα στη τετραετία 1714-1718 η Anne και ο James πήγαν να μείνουν στο Nassau στις Μπαχάμες, το οποίο αποτελούσε προσφιλέστατο λημέρι των πειρατών.

Ο James σύντομα έγινε πληροφοριοδότης του κυβερνήτη του νησιού Woodes Rogers, ενώ και αυτός και η Anne κυκλοφορούσαν πολύ ανάμεσα στους πειρατές που άραζαν στο νησί.

Κάπου εκεί η Anne συνάντησε και στη συνέχεια ερωτεύτηκε τον Jack Rackham, γνωστό και ως “Calico Jack”. Μαζί έκαναν ένα παιδί του οποίου η τύχη αγνοείται και στη συνέχεια η Anne πήρε διαζύγιο από τον James και μπάρκαρε με τον Jack για να ζήσουν μαζί το πειρατικό όνειρο.

Εδώ αφήνουμε για λίγο την Anne και τον Jack και πάμε να ρίξουμε μια ματιά στην Mary Read, τη δεύτερη πειρατίνα που του σημερινού μας άρθρου.

Η Read είναι εξίσου ένα από τα γνωστότερα θηλυκά πειρατικά μούτρα που έζησαν εκείνο το καιρό. Γεννήθηκε στην Αγγλία, σε άγνωστη ημερομηνία και ήταν το νόθο παιδί της χήρας ενός ναυτικού.

Όταν ο μεγαλύτερός της αδερφός πέθανε, η μητέρα της θεώρησε εξαιρετική ιδέα να αρχίσει να παρουσιάζει τη νόθη κόρη της ως τον νόμιμο γιο της. Αυτή της η κίνηση εξασφάλιζε και στις δύο εισόδημα από τη μητέρα του εκλιπόντος συζύγου της.

Φυσικά η Mary ήταν αναγκασμένη να παρουσιάζεται με αμφίεση και συμπεριφορά αγοριού, πράγμα που δε φάνηκε να την χαλάει στη πορεία, μιας και ο ανδρικός φαινότυπος της προσέφερε πολλές ελευθερίες και την ευκαιρία να να καταταχθεί στον Αγγλικό Στρατό καθώς και να λαμβάνει εισόδημα από εκεί.

Ας σημειώσουμε εδώ πως ήταν κοινή πρακτική της εποχής για ορισμένες γυναίκες να μεταμφιέζονται σε άνδρες και να χώνονται σε ανδροκρατούμενους χώρους. Γενικά η αποποίηση της θηλυκότητάς τους, τους έδινε μεγάλη ελευθερία κινήσεων, αποδοχή και ασφάλεια που δεν είχαν ως γυναίκες και μπορούμε να παραδεχτούμε πως αποτελούσε έναν ιδιαίτερα έξυπνο μηχανισμό επιβίωσης για αυτές.

Πίσω στη Mary: κατά τη θητεία της πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των Γάλλων και λέγεται πως ήταν πολύ ικανή. Μετά όμως έπαιξαν καρδιοχτύπια στο πεδίο της μάχης, ερωτεύτηκε έναν Φλαμανδό στρατιώτη, τον παντρεύτηκε και πήγαν να ζήσουν μαζί στην Ολλανδία. Δυστυχώς για αυτή, ο αγαπημένος της γρήγορα της άφησε χρόνους, οπότε η ίδια έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα: ντύθηκε άνδρας και πήγε να υπηρετήσει τον ολλανδικό στρατό.

Όμως επειδή πόλεμος δεν έπαιζε και χωρίς πόλεμο δεν είχε και πολλές δυνατότητες ανέλιξης, άφησε το φανταριλίκι και μπάρκαρε σε ένα εμπορικό που πήγαινε προς Καραϊβική.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της -ω μα τι παράξενο!- έγινε πέσιμο από πειρατές στο καράβι και η ίδια εξαναγκάστηκε να γίνει μέλος πειρατικού πληρώματος.

Το 1720 κατέληξε στο πειρατικό του Jack και της Anne και εδώ η ιστορία τους αρχίζει να μπλέκεται με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο.

Όπως θα περίμενες, η Mary έκανε τον πειρατή ντυμένη άνδρας και κρατούσε καλά κρυμμένη την πραγματική της ταυτότητα. Έτσι όπως ήταν λοιπόν, σαν παλικαράκι όμορφο και άτριχο, η Anne άρχισε να την κάνει κέφι και να της την πέφτει, πράγμα που ανάγκασε τη Mary να της πει την αλήθεια για να αποφύγει περαιτέρω παρεξηγήσεις. Η Anne απ’ ότι φαίνεται όμως συνέχισε να της κολλάει και μετά από αυτό, πράγμα που έπεσε στην αντίληψη του Calico Jack και δεν του άρεσε καθόλου.

Απείλησε λοιπόν ότι θα πάρει το κεφάλι του νεαρού εραστή της Anne αναγκάζοντας τις δικιές μας να του αποκαλύψουν πως η Mary “δεν είν’ κοπέλι αλλά κοπέλα“. Αυτό καθησύχασε τον Calico και επίσης τον έβαλε στο τριπάκι να ακυρώσει τον κανόνα που απαγόρευε την παρουσία γυναικών πάνω στο καράβι, ώστε οι δύο τσούπρες να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και δίχως φόβο. Η Mary βέβαια συνέχισε να φοράει ανδρικά ρούχα — γούστα είναι αυτά, εμάς αν μη τι άλλο μας αρέσει το crossdressing.

Αυτή η, κάθε άλλο παρά “αγία“, τριάδα γυρνοβολούσε ωραία και επικίνδυνα στη Καραϊβική, μπαχαλεύοντας καράβια και μαζεύοντας πλήρωμα μέχρις ότου σε κάποια φάση η Read έφαγε αγάπη με έναν από τους αιχμαλώτους. Του αποκάλυψε πως είναι γυναίκα και μάλιστα σκότωσε για πάρτη του έναν πειρατή που πήγε να τον προκαλέσει σε μονομαχία. Μετέπειτα παντρεύτηκαν πάνω στο καράβι ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης του ενός προς τον άλλον.

Δυστυχώς τον Οκτώβρη του 1720 τους την έπεσε ο κυνηγός πειρατών Jonathan Barnet. Τους αιφνιδίασε, οι άνδρες του κατέλαβαν το κατάστρωμα και ο Calico με τα παλικάρια του χώθηκαν στο αμπάρι. Οι κυρίες μας και ένας ακόμη τυπάκος έμειναν πάνω στο κατάστρωμα σε μια απέλπιδη προσπάθεια να πετσοκόψουν όσους περισσότερους άνδρες του Barnet μπορούσαν. Όπως ήταν αναμενόμενο η άμυνά τους δεν είχε και ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Έτσι ο Barnet έσυρε σύσσωμο όλο το πλήρωμα του “Revenge“ – έτσι λεγόταν το καριδότσουφλο του Calico – για δίκη και μετέπειτα απαγχονισμό στη Spanish Town της Τζαμάικα. Οι Anne και Mary γλίτωσαν τη κρεμάλα μόνο και μόνο επειδή ήταν έγκυες και κρατήθηκαν αιχμάλωτες μέχρι να γεννήσουν.

Η Mary πέθανε λίγο καιρό αργότερα όπως λέγεται πάνω στη γέννα, τον Απρίλιο του 1721, ενώ η τύχη της Anne υπήρξε λίγο πιο “μυστήρια“.

Δεν υπάρχουν ιστορικά έγγραφα, ούτε για την εκτέλεσή της, ούτε για την απελευθέρωσή της και εικάζεται πως ήταν ο πατέρας της που έβαλε τα μεγάλα μέσα για να αποφύγει η κόρη του τη φυλακή και την αγχόνη. Μαρτυρίες απογόνων της λένε πως μετά την απελευθέρωσή της διέφυγε στη Νότια Καρολίνα.

Εκεί γέννησε το δεύτερο παιδί της από τον Calico και παντρεύτηκε έναν ντόπιο, τον Joseph Burleigh, με τον οποίο απέκτησαν καμιά δεκαριά κουτσούβελα και έζησαν μια ήσυχη ζωή μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Η Anne πέθανε σε ηλικία περίπου 80 ετών, στις 22 Απριλίου του 1782 και η σωρός της λέγεται πως θάφτηκε στο York County Churchyard της Βιρτζίνια.

Ωραίες τύπισσες η Anne και η Mary, ζόρικες και με ενδιαφέρουσα ιστορία και μπλεξίματα.

Κράτα κατά νου τις περιπτώσεις τους ως παράδειγμα του “γιατί τα στερεότυπα είναι χαζά και περιοριστικά“. Αμφότερες κατάφεραν να τα υπερβούν και να αποδείξουν πως δεν ισχύουν, αλλά δυστυχώς όταν μια κουλτούρα σου κολλάει στο κεφάλι παράλογες ιδέες και σου λέει “αυτές είναι σωστές” είναι δύσκολο να τις αμφισβητήσεις.

Δε λέμε πως το να το παίζει κανείς πειρατής είναι καλό και ωραίο (άσχετα αν για εμάς σαν παρατηρητές έχει γοητεία το φαινόμενο της πειρατείας και η ρομαντικοποίηση αυτού από τα media) αλλά και οι δύο κάναν μια πολύ τολμηρή για τα τότε δεδομένα υπέρβαση και αξίζουν τα ρισπέκια μας για αυτή.