Ότο Ρεχάγκελ: Αγαπήθηκε όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα

Ότο Ρεχάγκελ: Αγαπήθηκε όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα

Μετά το Ευρωπαϊκό Κύπελλο της Πορτογαλίας, ο άνθρωπος που αρνιόταν να μάθει ελληνικά, φέρθηκε σαν… Έλληνας. «Ψήθηκε» από την επιτυχία, τις εκδηλώσεις λατρείας και από την ελληνική υπερβολή. Και τελικά παρέμεινε στην χώρα μας…

Το κακό με τα θαύματα είναι ότι συνήθως γίνονται στα ξαφνικά, και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις. Μας ενθουσιάζουν, μας συγκινούν, μας λύνουν πότε – πότε και κανένα πρόβλημα, αλλά ξέρουμε ότι θα κάνουμε καιρό να τα ξαναδούμε. Το χειρότερο με τα θαύματα είναι ότι μας κακομαθαίνουν. Ακόμη και αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ίσως να μην την αξίζαμε την ευτυχή συγκυρία, κάπου κολακευόμαστε ότι ξαφνικά άλλαξε η ζωή μας. Ότι ανεβήκαμε κατηγορία και γενικώς δικαιούμαστε να απαιτούμε.

Όταν μάλιστα τα θαύματα έχουν να κάνουν με αισθήματα υπερηφάνειας και εθνικής επιβεβαίωσης, άντε να πείσεις τον Έλληνα ότι συνέβησαν περίπου κατά λάθος. Και όταν έχουν να κάνουν με το ποδόσφαιρο, άντε να υπονοήσεις ότι μπορεί και να μην ξέρει εκείνος καλύτερα.

Η ψυχολογία του Έλληνα απέναντι στο ποδόσφαιρο είναι μοναδική, τουλάχιστον για την Ευρώπη. Έτσι πιθανόν εξηγείται ότι στην Ελλάδα κυκλοφορούν οι περισσότερες αθλητικές εφημερίδες από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ότι οι αγώνες ποδοσφαίρου αναλύονται μέχρις εξάντλησης από τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, ότι οι ήττες είναι πάντα αβάσταχτες, ενώ τις νίκες μας της χρωστούσαν, ότι η αξιοπρεπής συμμετοχή είναι σχεδόν ντροπή, όταν δεν καταλήγει σε θρίαμβο.

Τα ήξερε όλα αυτά ο Ότο Ρεχάγκελ, όταν το 2001 άφησε τη σημαντικότερη ίσως ποδοσφαιρική «σχολή» της Ευρώπης για να προπονήσει το ελληνικό «καφενείο»; Μάλλον, όχι. Κάτι θα είχε πάρει ωστόσο το αυτί του για τη νοοτροπία μας. Τη χαλαρή μας διάθεση θα την είχε πιθανόν συμπεράνει από το σύστημα «ό,τι τύχει» που παίζαμε στο γήπεδο και η οποία μας είχε καταστήσει πρόθυμους «πελάτες» των αντιπάλων μας. Τα λεφτά όμως, πάντα διευκολύνουν τις διαδικασίες.

Ρίσκο

Όταν μάλιστα είναι πολλά, οι μετακομίσεις -και τα ρίσκα- γίνονται πιο εύκολα. Άλλωστε για τον κ. Ρεχάγκελ το ρίσκο ήταν περιορισμένο. Ερχόταν σε μια διαλυμένη ομάδα, χωρίς αποτελέσματα, όπου ο πήχυς ήταν ένα με τον χλοοτάπητα του γηπέδου. Ό,τι και αν κατάφερνε, ακόμη και λίγο, επιτυχία θα ήταν. Και για κάποιον που έχει μάθει να εργάζεται στοιχειωδώς με σύστημα, το «λίγο» ήταν μάλλον βέβαιο. Η προσγείωση στην ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα του επιφύλασσε οπωσδήποτε εκπλήξεις.

Οι Έλληνες ποδοσφαιριστές θεωρούσαν την συμμετοχή τους στην Εθνική αγγαρεία, καθώς προτιμούσαν να κρατάνε δυνάμεις για τους Συλλόγους τους. Τις εντεκάδες τις έφτιαχναν οι δημοσιογράφοι, με την συνεργασία των «παραγόντων» και στις κερκίδες κάθονταν μόνο οι συγγενείς και οι φίλοι των παικτών. Το σύστημα του Γερμανού προπονητή ήταν κατ΄αρχήν η «Οτοκρατία». Αφού την εγκαθίδρυσε, πέταξε έξω από τα αποδυτήρια τον Τύπο -«στο θέατρο οι πρόβες γίνονται χωρίς τους θεατές», λέει- διάλεξε τους ανθρώπους του, αγνόησε τους υπόλοιπους και συγκεντρώθηκε στην μπάλα. Πολύ γρήγορα πέτυχε αυτό που δεν είχαν καταφέρει οι προκάτοχοί του. Δημιούργησε ομάδα.

Προσδοκίες

Κάποιους ανθρώπους οι οποίοι εργάζονταν με αίσθημα σεβασμού, κατ΄αρχήν απέναντι στον ίδιο που τους μιλούσε διαφορετικά. Που ήξερε το άθλημα, ήταν επαγγελματίας και περίμενε από αυτούς σοβαρότητα και συνέπεια. Οι στόχοι ήρθαν αργότερα. Μαζί με την πίστη στον πάγκο και την αγάπη για τη φανέλα. Κυρίως όμως, ήρθαν με τις επιτυχίες.

Το «πρόβλημα» με τις επιτυχίες είναι ότι δημιουργούν δύσκολα προηγούμενα. Όταν λοιπόν η Εθνική κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, τα δεδομένα άλλαξαν. Η ομάδα έγινε ξαφνικά η «επίσημη αγαπημένη», οι παίκτες «λιοντάρια» και ο προπονητής «θεός», «Ρεχακλής» και «βασιλιάς». Βασιλιάς όμως, θα ήταν αν είχε φύγει ακριβώς μετά τον απρόσμενο θρίαμβο της Πορτογαλίας. Αν μετά τις παρασημοφορήσεις και την παραλαβή των μεγαλόσταυρων στο Παναθηναϊκό Στάδιο μας έλεγε «auf wiedersehen» και έφευγε για Γερμανία.

Τότε βεβαίως θα απογοητευόμαστε, ίσως να κάναμε και καμιά διαδήλωση στο αεροδρόμιο, αλλά κατά βάθος θα λέγαμε «τι να κάνει πια εδώ ο άνθρωπος, έχει υποχρέωση να συνεφέρει και την ομάδα της χώρας του». Εκείνος όμως μας ξάφνιασε. Ο άνθρωπος που από το 2001 δεν είχε περάσει συνολικά έναν χρόνο στην Αθήνα, που αρνιόταν να διαβάσει εφημερίδες και να μάθει ελληνικά, φέρθηκε σαν… Έλληνας. «Ψήθηκε» από την επιτυχία, από τις εκδηλώσεις λατρείας, από την ελληνική υπερβολή που, όπως αποδεικνύεται, μπορεί να συνθλίψει ακόμη και το γερμανικό σύστημα. Και έμεινε.

Για νέες δόξες. Και νέα δάφνινα στεφάνια. Και νέες αποθεώσεις. Και ας του ‘λεγε κάτι μέσα του ότι η εικόνα ήταν πλασματική. «Να με αγαπάτε και στις ήττες» έλεγε και ξανάλεγε ο ελαιοχρωματιστής από το Έσσεν που επέμενε ότι «τα αγάλματα των προπονητών είναι από χαρτόνι και καίγονται εύκολα».

Στόχος

Εμείς όμως τον πείσαμε. Και σε μια νύχτα, ή μάλλον σε τρεις, όσες και οι ήττες μας στο Ευρωπαϊκό της Αυστρίας, ο βασιλιάς έχασε στέμμα, θρόνο και εξουσία. Πολιτικοί, ηθοποιοί, τραγουδιστές και? περαστικοί έλεγαν τη γνώμη τους για «το άστρο που έδυσε», «για το σύμπλεγμα ανωτερότητας του Ότο Ρεχάγκελ απέναντι στους Έλληνες», για τη «σύνταξη που έπρεπε να έχει ήδη πάρει», για το «αντιποδόσφαιρο» που διδάσκει, για την εμμονή του σε παίχτες και συστήματα. Τότε μάλλον θα κατάλαβε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν καμμιά δεκαριά εκατομμύρια προπονητές, άρα η δική του γνώμη περισσεύει.

Ο Γερμανός όμως ούτε τότε έφυγε, αναγκάζοντας κάποιους να μιλήσουν για «μαζοχισμό». Έμεινε για να οδηγήσει την Εθνική μας στον επόμενο στόχο, που ήταν η συμμετοχή στο Μουντιάλ του 2010. Ξανάβαλε το κεφάλι κάτω, ξανακάλεσε τους (ίδιους) παίχτες και άρχισε από την αρχή. Και τα αποτελέσματα ήρθαν. Κουτσά, στραβά, αλλά ήρθαν. Και τα στόματα έκλεισαν. Ο Ότο είναι και πάλι «θεός».

Το καλοκαίρι όμως, στα γήπεδα της Νότιας Αφρικής δεν θα έχει να αντιμετωπίσει την προηγούμενη επίδοση της ομάδας μας στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ, το 1994, όπου καταρρίψαμε όλα τα αρνητικά ρεκόρ. Θα έχει να αναμετρηθεί με τον μύθο που ο ίδιος δημιούργησε. Και οι μύθοι σπανίως νικιούνται.

Το σύστημα

Το σύστημα του Γερμανού προπονητή ήταν κατ΄ αρχήν η «Οτοκρατία». Αφού την εγκαθίδρυσε, πέταξε έξω από τα αποδυτήρια τον Τύπο, διάλεξε τους ανθρώπους του, αγνόησε τους υπόλοιπους και συγκεντρώθηκε στην μπάλα.

Η δουλειά

Πολύ γρήγορα πέτυχε αυτό που δεν είχαν καταφέρει οι προκάτοχοί του. Δημιούργησε ομάδα. Κάποιους ανθρώπους οι οποίοι εργάζονταν με αίσθημα σεβασμού, κατ΄αρχήν απέναντι στον ίδιο που τους μιλούσε διαφορετικά.

Και οι επιτυχίες

Έπεισε τους συνεργάτες του ότι ήξερε το άθλημα, ήταν επαγγελματίας και περίμενε από αυτούς σοβαρότητα και συνέπεια. Οι στόχοι ήρθαν αργότερα. Μαζί με την πίστη στον πάγκο και την αγάπη για τη φανέλα. Κυρίως όμως, ήρθαν με τις επιτυχίες.