Πέρυσι στο Μάριενμπαντ (L’Année dernière à Marienbad)

Πέρυσι στο Μάριενμπαντ (L'Année dernière à Marienbad)

Υπήρξε γνήσιο τέκνο της εποχής του και προϊόν απόλυτης σύμπνοιας δύο ιδιοφυών δημιουργών, καλλιτεχνικό σκάνδαλοαλλά και ταινία φετίχ των κάθε λογής κινηματογραφόφιλων κύκλων. Με αφορμή τη διεθνή επανέκδοσή του, το φιλμ του Αλέν Ρενέ αποδεικνύει ότι πέρσι, φέτος και για πάντα θα εγκλωβίζει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του.

Μία καθ όλα ρεαλιστική εφεύρεση

Στις πολυτελείς σάλες και τους αχανείς κήπους ενός γοτθικού οικοδομήματος, ένας άντρας ονόματι Χ προσπαθεί ξανά και ξανά να πείσει μια γυναίκα ονόματι Α ότι έχουν συναντηθεί ερωτικά στο παρελθόν. Ίσως πέρυσι, ίσως στο Μάριενμπαντ. Μιά λουτρόπολη της Τσεχίας που ελάχιστοι έχουν επισκεφθεί, αλλά πολύ περισσότεροι νιώθουν, μετά την παρακολούθηση της ταινίας του Ρενέ, ότι τους έχει φυλακίσει σαν λαβύρινθος. Εάν σου συνέβη το ίδιο, τουλάχιστον δικαιούσαι να γνωρίζεις πώς έφτασες ως εκεί. Και μετά να παραμείνεις φυλακισμένος.

Στα τέλη της δεκαετίας του 50 η κινηματογραφική Ευρώπη συνταρασσόταν από αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις που δεν θα άφηναν τίποτα όρθιο. Επίκεντρο των σεισμών ήταν αυτή η «μία κάποια τάση» που θα γινόταν ευρέως γνωστή ως νουβέλ βαγκ. Αναγνωρισμένος ήδη για τα μικρού μήκους αριστουργήματά του και φυσικά για το «Χιροσίμα Αγάπη Μου», ο Αλέν Ρενέ μπορούσε να καυχιέται ότι αποτελεί το πιο δυνατό χαρτί της επονομαζόμενης ως «αριστερής όχθης» της νουβέλ βαγκ (Κρις Μαρκέρ, Ανιές Βαρντά) και να ονειρεύεται αχόρταγα τα επόμενα βήματά του.

Μεταξύ αυτών, ένα σενάριο με τίτλο «Μίριελ» και μια μεταφορά του κόμικ «Ηarry Dickson». Ωστόσο, όλα τα πλάνα θα μπουν στη λίστα αναμονής (αντίθετα με τη «Μίριελ», ο «Ηarry Dickson» δε θα δει ποτέ το φως της αίθουσας), όταν οι παραγωγοί Πιερ Κουρό και Ρεϊμόν Φρομάν προτείνουν στον Ρενέ μια συνάντηση με έναν από τους πιο πολυσυζητημένους συγγραφείς της εποχής. Το όνομα αυτού, Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ.

Τι εστί Ρομπ-Γκριγιέ; Ένας από τους κυριότερους υπεύθυνους για την έκρηξη του «νέου μυθιστορήματος» (nouveau roman) στη Γαλλία, μέγας αμφισβητίας των καθιερωμένων αφηγηματικών και ψυχολογικών τεχνικών του μυθιστορήματος και θιασώτης της εκ βάθρων επανεφεύρεσής του. Ο Ρομπ-Γκριγιέ αποθεώνει το στυλ, τη φόρμα, ένα είδος «σκηνοθεσίας των λέξεων». Στο πρόσωπο του Ρενέ νιώθει ότι βρίσκει το κινηματογραφικό άλλο του μισό. Ο ενθουσιασμός είναι αμοιβαίος και ο σκηνοθέτης ζητά από τον συγγραφέα μια σειρά από σεναριακές ιδέες.

Μέσα σε μια εβδομάδα, ο Ρομπ-Γκριγιέ τον προμηθεύει με τέσσερα πρότζεκτ: το πρώτο εξελίσσεται σε ένα κινηματογραφικό στούντιο, το δεύτερο στην εξοχή, το τρίτο λέγεται «L Immortelle» (θα το γυρίσει αργότερα ο ίδιος ο Ρομπ-Γκριγιέ), ενώ το τέταρτο και τυχερό φέρει τον τίτλο «Πέρσι» (Lannee Derniere) και περιστρέφεται γύρω από έναν μυστηριώδη άντρα, μια ακόμα πιο μυστηριώδη γυναίκα και την αμφιλεγόμενη ανάμνηση μιας παλιάς συνάντησης. Εμφανής είναι από την αρχή η συγγένεια της ιδέας με το μυθιστόρημα «Η Εφεύρεση Του Μορέλ» του Αργεντίνου συγγραφέα και κολλητού του Μπόρχες, Αδόλφο Μπιόι Κασάρες, έναν μεταφυσικό μύθο όπου η πραγματικότητα, τα ολογράμματα και ο ματαιωμένος έρωτας μπλέκονται με φόντο ένα απειλητικό νησί.

Μία για πάντα άλυτη εξίσωση

Ο Ρομπ-Γκριγιέ θα αναπτύξει την ιδέα του ως ολοκληρωμένο σενάριο ή μάλλον κάτι πολύ περισσότερο, «ένα στόριμπορντ, σκηνή προς σκηνή, σχεδόν πλάνο προς πλάνο και με δουλεμένο ήδη το μοντάζ», όπως τονίζει ο Ρομπ-Γκριγιέ. Είναι αλήθεια πως το «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» αποτελεί μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ταινιών που δύο άνθρωποι όχι μόνο τις σκέφτηκαν, αλλά τις είδαν πριν τη γέννησή τους με τα ίδια ακριβώς μάτια.

Τον Ιούλιο του 1960, ο Αλέν Ρενέ παίρνει το σενάριο του Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ στα χέρια του και αρχίζει να επιλέγει συνεργάτες: ανάμεσά τους ξεχωρίζει στον ρόλο της Α η εκτυφλωτική, με δάφνες ιψενικού ρεπερτορίου και παρθένα κινηματογραφικά Ντελφίν Σερίγκ, της οποίας το ντύσιμο θα αναλάβει η Κοκό Σανέλ. Λίγο πριν τα γυρίσματα, αποφασίζεται η προσθήκη του τοπωνυμίου «Μάριενμπαντ» στον τίτλο.

Πραγματοποιώντας λήψεις σε περισσότερα του ενός ανάκτορα της Γερμανίας, ο Ρενέ θα καταφέρει να επιτύχει την αίσθηση της γεωγραφικής ενότητας μαζί με τη σύγχυση του λαβυρίνθου, ενώ σε συνεργασία με τον μοντέρ Ανρί Κολπί οξύνει τις απειροελάχιστες λεπτομέρειες μιας από τις πλέον γριφώδεις αλληλουχίες πλάνων που έχουν δημιουργηθεί ποτέ. Το «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» ολοκληρώνεται, αλλά η περιπέτεια του μόλις τώρα αρχίζει.

Η ταινία κρίνεται από παραγωγούς και διανομείς ως ασυνάρτητη και μη φιλική για το κοινό, η έξοδός της στις αίθουσες μετατίθεται επ αόριστον και οι Ρενέ – Ρομπ-Γκριγιέ αναγκάζονται να στήσουν ένα συνωμοτικό, εναλλακτικό κύκλωμα προώθησής της. Ονόματα όπως οι Σαρτρ, Τζιακομέτι, Κοκτό και Αντονιόνι θα παρακολουθήσουν το «Μάριενμπαντ» σε πριβέ προβολές, ενώ ο Μπρετόν, στον οποίο οι δημιουργοί σκόπευαν αρχικά να αφιερώσουν την ταινία, θα την αποδοκιμάσει επιδεικτικά.

Τον Ιούλιο του 1961, ο αρχιερέας του σουρεαλισμού Αδωνις Κύρου θα γράψει στο Positif: «Το φιλμ γράφτηκε και γυρίστηκε με τόση ελευθερία που σχεδόν ξεφεύγει από τους δημιουργούς του (…) απευθύνεται στην ονειρική πλευρά του κόσμου του κάθε θεατή (…) μπορούμε να μπούμε σε αυτό από πολλές πόρτες, μερικές εκ των οποίων είναι σίγουρα άγνωστες και στους Ρενέ και Ρομπ-Γκριγιέ, μπορούμε επίσης να αρνηθούμε να μπούμε και σε αυτήν την περίπτωση το φιλμ δεν υπάρχει».

Λίγους μήνες αργότερα, το «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» φεύγει με το Χρυσό Λιοντάρι από το Φεστιβάλ Βενετίας, αφήνοντας πίσω του τα συντρίμμια μιας προβολής όπου λίγο έλειψε να ξεσπάσει η βία. Ενας νέος αστικός θρύλος μόλις έχει γεννηθεί, και η γαλλική εφημερίσα Le Monde ασχολείται μαζί του οργανώνοντας ολόκληρη δημοσκόπηση, όπου οι αναγνώστες εκθέτουν τη δική τους ερμηνεία γύρω από τον γρίφο του «Μάριενμπαντ». Γρήγορα το φιλμ θα διαβεί τον Ατλαντικό για να συναντήσει το αμερικανικό κοινό που, μετά από εμπειρίες όπως η αντονιονική «Περιπέτεια» και το μπεργκμανικό «Μέσα

Από Το Σπασμένο Καθρέφτη», έχει γλυκαθεί από τα ευρωπαϊκά, αντισυμβατικά κινηματογραφικά αινίγματα. Ο μοντερνισμός είναι της μόδας, το όνομα του Ρενέ το ίδιο, λόγω της «Χιροσίμα», το παιχνίδι της επικοινωνίας στήνεται άψογα και μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο αστικός θρύλος επεκτείνεται ολοκληρωτικά στο αμερικανικό έδαφος.

Οι κριτικοί της Νέας Υόρκης πέταξαν τη σκούφια τους, αλλά ο «πολύς» Γιόνας Μέκας το μίσησε. Ο Γουίλιαμ Γουάιλερ αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτα έξυπνο στη σύγχυση και το κοινό μπορεί ενίοτε να συμφωνούσε, αλλά συνέρρεε στις αίθουσες. Κάπως έτσι εδραιώθηκε το παράδοξο του «Μάριενμπαντ», μιας ταινίας που σε στοιχειώνει όσο λίγες αλλά την ίδια ώρα κερδίζει υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου και αποτελεί το ιδανικό θέμα συζήτησης για ένα κοκτέιλ πάρτι, όπως παρατηρούσε η Ινέζ Ρομπ.

Μιας ταινίας κοινώς (;) αποδεκτής πια με την ταμπέλα «αριστούργημα», που απέκτησε απειράριθμα άτυπα ριμέικ (μέχρι και το βιντεοκλίπ για το «Τo The Εnd» τoυ βρετανικού συγκροτήματος Blur αλλά και την καμπάνια του Calvin Klein στα τέλη της δεκαετίας για το λανσάρισμα της σειράς αρωμάτων Obsession) και που, με την ευκαιρία της επανέκδοσής της, αποδεικνύει ότι η θύελλα των ερωτηματικών μάλλον δεν θα καταλαγιάσει ποτέ.

Μία (περίπου) τελική λύση

Τι στο διάολο είναι τελικά το «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ»; Σε ποια ακριβώς κουκίδα του χωροχρόνου είναι ριγμένοι ο Χ και η Α; Ή μήπως είναι τοποθετημένοι εκτός του; Τι ρόλο παίζει το πλήθος με τα παγωμένα πρόσωπα, που άλλοτε κατακλύζει την έπαυλη και άλλοτε απουσιάζει από αυτήν; Και ποιο το νόημα ενός ακατανόητου επιτραπέζιου παιχνιδιού;

Η λίστα των αποριών θα μπορούσε να συνεχίζεται κυριολεκτικά επ άπειρον, σαν υψωμένη στη νιοστή εκδοχή εκείνου του ερωτηματολογίου με το οποίο ο Ντέιβιντ Λιντς «εξηγούσε» την «Οδό Μαλχόλαντ» στην έκδοσή του σε DVD. Ετσι και εδώ, το μόνο που καταφέρνει κάθε υποψία εξόδου από τον λαβύρινθο του Μάριενμπαντ είναι να πολλαπλασιάσει την αίσθηση του αδιεξόδου. Ισως ο Χ και η Α να είναι εξόριστοι στη χώρα των φαντασμάτων ή σε μια δυστοπία όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει την ψυχή τους και συμπεριφέρονται σαν αυτόματα.

Ίσως το φιλμ να αποτελεί ένα ξεδίπλωμα των μηχανισμών της μνήμης ή και των μεθόδων που επιστρατεύει το ασυνείδητο για να απωθήσει και να συγκαλύψει. Ισως να πρόκειται για την πεμπτουσία του «σινεμά του εγκεφάλου» και της «εικόνας-χρόνου», εννοιών που εισήγαγε ο Ζιλ Ντελέζ. Αλλά εξαιτίας όλων αυτών των «ίσως» το «Πέρυσι στο Μάριενμπαντ» μεταμορφώνεται σε κύβο του Ρούμπικ που φοβόμαστε ότι δεν έχει λύση. Αρα και στην πιο ρεαλιστική ιστορία αγάπης που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά.

Πέρυσι στο Μάριενμπαντ

«LΑnnee Derniere a Μarienbad» (1961)

Σκηνοθεσία: Αλέν Ρενέ / Σενάριο: Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ / Φωτογραφία: Σασά Βιερνί Πρωταγωνιστούν: Ντελφίν Σερίγκ, Τζόρτζιο Αλμπερτάτσι, Σασά Πιτέφ, Φρανσουάζ Μπερτίν, Ελενά Κορνέλ, Πιερ Μπαρμπό / Χρυσός Λέοντας στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1961 / Υποψηφιότητα για Οσκαρ Σεναρίου 1963

Προηγούμενο άρθροVampira – The Lady in Black
Επόμενο άρθροVictory Octane
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας