Πιετά (Μιχαήλ Άγγελος): Το γλυπτό που ταξιδεύει

Πιετά (Μιχαήλ Άγγελος): Το γλυπτό που ταξιδεύει

Βρέθηκα κι εγώ κάποτε στο Βατικανό. Αφού επί ώρες περίμενα υπομονετικά να μπω στο μουσείο και χρειάστηκα άλλες τόσες για να το εξερευνήσω, ήρθε η ώρα του Αγίου Πέτρου. Κι εκεί αναμονή, συσκευές ανίχνευσης εκρηκτικών, εξονυχιστικοί έλεγχοι, χειρότεροι από των αεροδρομίων, απαγορεύσεις εισόδου στους άντρες που φορούσαν σορτσάκια και στις γυναίκες με εξώπλατα –ας είναι καλά οι αετονύχηδες που πωλούν εσάρπες, όπως και σε μας στην Τήνο– για να μη σκανδαλιστούν τα αγάλματα, και τελικά μπήκα. Και μάλιστα εν ώρα λειτουργίας.

Η αχανής επιβλητική αίθουσα, κατάμεστη. Κόσμος και κοσμάκης, όλες οι φυλές του Ισραήλ συγκεντρωμένες στον «πύργο της Βαβέλ» συζητούν χαμηλοφώνως σε κάθε πιθανή γλώσσα. Στο βάθος καθολικοί ιερείς. Λατινικά τραγουδιστά στον αέρα. Και οι πιστοί σιωπηλοί και σκυφτοί να παρακολουθούν. Σκέφτηκα ότι αφού ούτε κι εκεί, στον μεγαλύτερο ναό του χριστιανισμού παγκοσμίως, δεν ένιωσα απολύτως κανένα θρησκευτικό συναίσθημα, καμιά κατάνυξη, καμιά ευλάβεια, δεν θα νιώσω ποτέ και πουθενά.

Αλλά τριγυρνώντας με ανοιχτό το στόμα και με τη φωτογραφική μηχανή ανά χείρας σε ετοιμότητα βρήκα ένα σημείο όπου δεν υπήρχε συνωστισμός, κανείς δεν κοιτούσε τους τοίχους, όλοι προσπερνούσαν κι έφευγαν για να παρακολουθήσουν και να απαθανατίσουν πιο πιασάρικα τουριστικά στιγμιότυπα και να έχουν να δείχνουν στους φίλους τους. Και ξαφνικά βρέθηκα απέναντί τους. Μια γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά τον νεκρό γιο της. Δεν σκέφτηκα καθόλου πως αυτή ήταν η Παναγία και αυτός ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού κατά τις χριστιανικές γραφές. Ήταν απλώς μια μάνα με το παιδί της. Ήταν η Πιετά του Μικελάντζελο. Και ήμουν μόνος μου, μπροστά της. Ανάμεσα σε χιλιάδες επισκέπτες μόνο εγώ στεκόμουν εκεί. Αυτή δεν με κοιτούσε. Ζούσε το δικό της δράμα, την ανείπωτη τραγωδία, μόνη, αξιοπρεπής και σιωπηλή. Θλιμμένη και βουβή.

Με το βλέμμα χαμηλωμένο. Αισθάνθηκα μια ανατριχίλα, ίσως και λίγη ντροπή. Χαμήλωσα κι εγώ το βλέμμα, όπως όταν αντικρίζεις έναν άνθρωπο που ξέρεις πως υποφέρει μα δεν μπορείς να του προσφέρεις τίποτα. Δεν τη φωτογράφισα. Στάθηκα λίγα λεπτά δίπλα της, μάλλον δάκρυσα κιόλας και βγήκα έξω, επανήλθα στη φυσιολογική ζωή, άναψα τσιγάρο και συνέχισα τις διακοπές μου. Αλλά ακόμη και σήμερα, χρόνια μετά από εκείνη τη συναισθηματική αποκάλυψη, τη φανέρωση, όχι του θείου αλλά του ανθρώπινου δράματος, και εξακολουθώντας να μην έχω καμιά απολύτως θρησκευτική ανησυχία, η σιωπηλή μητέρα του Μικελάντζελο με τον νεκρό της γιο είναι πάντα μέσα μου. Και αυτές τις μέρες πιο έντονα από ποτέ.

Η Πιετά του Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μικελάντζελο ξεκίνησε να φιλοτεχνεί αυτό το υπέροχο μαρμάρινο γλυπτό στη Φλωρεντία το 1498, κατά παραγγελία του καρδινάλιου Ραφαέλε Ριάριο, σε ηλικία μόλις 23 ετών. Οι κριτικές και τα σχόλια που έλαβε όταν το ολοκλήρωσε, ένα χρόνο αργότερα, ήταν εγκωμιαστικές και ενθουσιώδεις. Όμως υπήρξαν κάποιοι που αμφισβήτησαν την πατρότητά του και αυτό τον ενόχλησε πολύ. Λέγεται πως μια νύχτα έμεινε κρυφά μέσα στην εκκλησία που στέγαζε το γλυπτό και με ένα σκαρπέλο και ένα φανάρι σκάλισε στην ταινία που βρίσκεται στο στήθος της Παναγίας το πλήρες όνομά του: Michael Angelus Bonarotus Florent(inus) Faciebat.

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο καλλιτέχνης υπέγραφε κάποιο από τα έργα του. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και προκαλεί επίσης η ηλικία της Παναγίας, καθώς από τη μορφή που της έδωσε φαίνεται να είναι αταίριαστα νέα, ίσως και νεότερη ακόμα και από τον 33χρονο Ιησού. Κάποιοι ερμηνεύουν αυτή την καλλιτεχνική «ιδιοτροπία» και προσέγγιση του Μικελάντζελο ως έμμεση επιρροή από τον γνωστό στίχο του Δάντη «Παρθένα Μητέρα, Κόρη του Υιού».

Άλλωστε ο φλωρεντίνος νεαρός ήταν βαθύς γνώστης και θαυμαστής του Δάντη Αλιγκέρι και ίσως επεδίωκε να αποδώσει ένα φόρο τιμής στον μεγάλο ποιητή της «Θείας Κωμωδίας». Τα επόμενα πενήντα χρόνια ο Μικελάντζελο δημιούργησε μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της αναγεννησιακής τέχνης. Ζωγράφισε τις τοιχογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό, σμίλεψε τον Δαβίδ, σχεδίασε τη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, διαμόρφωσε εκ νέου τον διάκοσμο του Αγίου Πέτρου. Λίγο πριν πεθάνει όμως, καθολικά αναγνωρισμένος και διάσημος, επανήλθε στην Πιετά. Και περίπου το 1555 δημιούργησε ακόμη μία. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η Παναγία δεν είναι μόνη. Στη σκηνή απεικονίζεται και μια ανδρική μορφή, αυτή του γέροντα Ιωσήφ της Αριμαθαίας. Το πρόσωπό του δεν είναι άλλο, όπως πολλοί μελετητές ισχυρίζονται, από αυτό του ίδιου του Μικελάντζελο.

Η Πιετά των άλλων

Από τότε υπήρξαν αμέτρητες ακόμα Πιετά. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι και γλύπτες, από την ύστερη Αναγέννηση μέχρι τον 20ό αιώνα, δημιούργησαν τη δική τους εκδοχή του θρήνου που έπεται της αποκαθήλωσης, της τελευταίας αγκαλιάς της μάνας με τον νεκρό της γιο. Ο Αντρέα ντελ Σάρτο με το αιματοβαμμένο σεντόνι, ο Τισιάνο με το φωτεινό σώμα του Ιησού, ο Ελ Γκρέκο με τις αέρινες, ασκητικές φιγούρες του, ο Nicolas Coustou σε δραματικούς τόνους και συνοδεία αγγέλων, ο Antonio Montauti με εμφανείς τις πληγές στο σώμα του Ιησού, ο Ντελακρουά, ο Βαν Γκογκ… Μέχρι που η παραστατικότητα μαζί με τη θρησκευτική προσήλωση και θεματολογία άρχισαν να πνέουν τα λοίσθια. Και ήρθε το μοντέρνο. Που αποκαθήλωσε όλα τα στεγανά, διέγραψε τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, γκρέμισε σύμβολα και θρόνους.

Και λίγο μετά ο Σαλβαντόρ Νταλί «αποκαθήλωσε» ακόμα και την Πιετά. Ο ισπανός σουρεαλιστής, σε βαθιά γεράματα το 1982, κι ενώ όλα τα έργα του αυτής της περιόδου απέπνεαν τις οσμές του θανάτου που τόσο φοβόταν μα συνειδητοποιούσε πως τον ζύγωνε, παρουσίασε μια τολμηρή εκδοχή του γλυπτού του Μικελάντζελο με έντονα χρώματα στο φόντο, αλλά με τα συνήθη τεμαχίσματα στα διαμπερή κορμιά και τους αινιγματικούς συμβολισμούς που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, καταπιάστηκε σε πολλούς ακόμα πίνακές του με διάφορες φιγούρες του Μικελάντζελο, προσπαθώντας να προσδώσει στα αναγεννησιακά αρχέτυπα μια πιο ελευθεριάζουσα και προσωπική πινελιά.

Ο ασκός του Αιόλου είχε ανοίξει. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, όπως έχει συμβεί και με όλα τα γνωστά έργα τέχνης, οι εκδοχές της Πιετά που έχουν φιλοτεχνηθεί διεθνώς είναι αναρίθμητες. Ζωγραφικοί πίνακες, φωτογραφίες, κόμικς, γελοιογραφίες, εικονογραφήσεις, ρετουσάρουν, μεταμορφώνουν, παρωδούν, μιμούνται ή τιμούν την Πιετά του Μικελάντζελο, για κάθε πιθανό σκοπό, άλλοτε πολιτικό, άλλοτε καθαρά αισθητικό και άλλοτε χιουμοριστικό, αποκαθηλώνουν επαναληπτικά τον Ιησού, αντικαθιστούν τον συνεπακόλουθο θρήνο της μάνας με το γέλιο, τον καγχασμό, την απομυθοποίηση.

Η Μέριλιν με τον άψυχο Έλβις και τον Τζέιμς Ντιν να φτερουγίζει, ο Νταρθ Βέιντερ από τον «Πόλεμο των άστρων», ο Φρέντι Κρούγκερ, ο Κάπταιν Μάρβελ, ο νεκρός Μαρά στη μπανιέρα του, τα Στρουμφάκια, ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος, ρομπότ και αρσενικές Κοκκινοσκουφίτσες, αμερικανοί πεζοναύτες και νεκροί Ιρακινοί έχουν αντικαταστήσει τη Μαρία και τον Ιησού. Δεν είναι κακό, η τέχνη οφείλει να αυθαδιάζει, να αποκαθηλώνει, να δείχνει όσα δεν λέγονται, όσο σκληρά κι αν είναι. Γι’ αυτό και όλα της επιτρέπονται, τίποτα δεν μένει στο απυρόβλητο, δεν υπάρχουν ταμπού, δεν υπάρχουν στεγανά.

Όμως εγώ συνεχίζω να νιώθω την ίδια συγκίνηση στη θύμηση της μάνας με τον νεκρό γιο.

Προηγούμενο άρθροΌλοι κρύβουμε έναν βασανιστή μέσα μας
Επόμενο άρθροΤύποι χειραψίας και ποια η σημασία τους
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας