Pietà του Michelangelo: Ένα από τα πιο σημαντικά γλυπτά της αναγέννησης

Pietà του Michelangelo: Ένα από τα πιο σημαντικά γλυπτά της αναγέννησης

Ένα από τα πιο σημαντικά γλυπτά της αναγέννησης είναι η “Pietà” του Michelangelo Buonarroti (ελληνικά: Πιετά του Μιχαήλ Άγγελο) που αναπαριστά το σώμα του Χριστού στην αγκαλιά της μητέρας του μετά την αποκαθήλωση.

Η Pietà (που στα ιταλικά σημαίνει “έλεος”) από λευκό μάρμαρο Carrara, ολοκληρώθηκε σε δύο χρόνια, δηλαδή από το 1498 μέχρι 1499, όταν Michelangelo ήταν 25 ετών, για λογαριασμό του Γάλλου καρδινάλιου Jean de Bilhères που σκόπευε να το χρησιμοποιήσει στο ταφικό μνημείο του.

Το θέμα, αν και δημοφιλές στην Φλωρεντίνικη ζωγραφική, ήταν σχετικά νέο για την γλυπτική στην Ιταλία. Στην υπόλοιπη Ευρώπη ωστόσο (σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία) υπήρχε γλυπτική παράδοση με θέμα την αποκαθήλωση.

Η εκδοχή του Michelangelo είναι όμως πολύ διαφορετική από τα προγενέστερα έργα και καταφέρνει να συνδυάσει τα αναγενησιακά ιδεώδη του Κλασικισμού και του Νατουραλισμού.

Η σύνθεση έχει πυραμιδοειδή μορφή, όπου το κεφάλι της Μαρίας είναι η κορυφή ενώ το φόρεμά της και ο βράχος αποτελούν την βάση της.

Η δυσκολία της τρισδιάστατης απεικόνισης του σώματος ενός ενήλικου άνδρα στην αγκαλιά μιας γυναίκας είναι ο λόγος που οι μορφές είναι ελαφρώς εκτός αναλογίας, κάτι που όμως ο καλλιτέχνης καταφέρνει να καλύψει επιτυχώς με τις πτυχές του πλούσιου φορέματος της Μαρίας.

Μικρά τραύματα από τα καρφιά είναι διακριτά στα άκρα του σώματος, καθώς και το σημάδι από την λόγχη στα πλευρά, ώστε να μην τραβούν την προσοχή από τα πρόσωπα της Μαρίας και του Ιησού. Το πρόσωπο του οποίου δεν μαρτυράει κανένα από τα σημάδια του Πάθους και διατηρεί μια ήρεμη έκφραση, αφού ο καλλιτέχνης δεν ήθελε το έργο του να αντιπροσωπεύει τον θάνατο αλλά την γαλήνη και την ελπίδα που βρίσκει ο άνθρωπος και της επικοινωνίας του μέσω του Ιησού με τον Θεό. Το χέρι της Μαρίας δεν έρχεται σε επαφή απευθείας με το γυμνό σώμα, αλλά το κρατάει μέσα από ένα κομμάτι υφάσματος, σε αναγνώριση της ιερότητας του νεκρού.

Ο Michelangelo επέλεξε να απεικονίσει την Μαρία σε τόσο νεαρή ηλικία, που μοιάζει πολύ νέα για να είναι η μητέρα ενός 33χρονου, κάτι που προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις εκείνη την εποχή και για το οποίο δόθηκαν πολλές ερμηνείες.

Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη, η νεότητα και η ομορφιά της είναι σύμβολο της αγνότητάς της αφού οι αγνές γυναίκες διατηρούν την νεανική τους όψη στον χρόνο μια που κανένα πάθος δεν θα είχε αλλοιώσει το σώμα και την όψη τους.

Άλλωστε, σύμφωνα με μια άλλη εξήγηση, αν μη τι άλλο η Θεια Πρόνοια θα βοηθούσε στη διατήρηση της ομορφιάς και της φρεσκάδας μιας ευσεβούς γυναίκας, πόσο μάλλον της μητέρας του Ιησου.

Μια άλλη ερμηνεία θα μπορούσε να είναι πως ο Michelangelo επηρεάστηκε από την Θεία Κωμωδία του Δάντη όπου σε ένα σημείο η Μαρία αναφέρεται ως “Vergine madre, figlia del tuo figlio” (Παρθένα μητέρα, κόρη του γιου σου), εφόσον ο Ιησούς ως μέρος της Αγ. Τριάδας είναι Πατέρας αλλά και ο γιός της.

Και σύμφωνα με μία τέταρτη, η Μαρία με την νεανική εμφάνιση και την γαλήνια έκφραση, είναι σαν να βλέπει στο παιδί της το βρέφος Ιησού.

Το έργο τοποθετήθηκε αρχικά στο παρεκκλήσι της Santa Petronilla, ένα ρωμαϊκό μαυσωλείο κοντά στη νότια πτέρυγα του Αγίου Πέτρου, που ο καρδινάλιος είχε διαλέξει για τελευταία του κατοικία. Όταν το παρεκκλήσι αργότερα κατεδαφίστηκε από τον Bramante, στην ανοικοδόμηση της Βασιλικής η Pieta μεταφέρθηκε στον Άγιο Πέτρο στο δευτερο παρεκκλήσι δεξιά της εισόδου.

Λίγο μετά την τοποθέτηση του έργου στο παρεκκλήσι, ο Michelangelo άκουσε τυχαία κάποιον να αποδίδει το έργο στον Cristoforo Solari, έναν άλλο γλύπτη, κάτι που τον οδήγησε να χαράξει στην ζώνη που φορούσε η Μαρία κατά τα Αρχαία Ελληνικά πρότυπα την φράση “MICHAELA[N]GELUS BONAROTUS FLORENTIN[US] FACIEBA[T]” (Μικελάντζελο Μπουοναρόττι, Φλωρεντία, εποίησε) κάνοντας έτσι την Pietà το μοναδικό έργο που υπέγραψε ποτέ.

Παρόλο που στο πέρασμα του χρόνου το γλυπτό υπέστη σημαντικες φθορές: το 1736 σε μια μετακίνηση έσπασαν τα τέσσερα δάχτυλα του αριστερού χεριού της Μαρίας που αντικαταστάθηκαν από τον Giuseppe Lirioni και στις 21 Μαΐου του 1972,όταν ο διαταραγμένος ψυχικά Laszlo Toth επιτέθηκε στο έργο με ένα σφυρί. Οι φθορές αποκαταστάθηκαν και σήμερα βρίσκεται στην ίδια θέση, προστατευμένο από αλεξίσφαιρο ακρυλικό γυαλί.

Προηγούμενο άρθροJohn Whiteside Parsons: Ο άνθρωπος που κατασκεύαζε πυραύλους
Επόμενο άρθρο5 ξένα τραγούδια βασισμένα σε βιβλία που έχουν ιστορία
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ