Ποια ήταν η Ελληνίδα Υπατία η Αλεξανδρινή, μαθηματικός και φιλόσοφος

Ποια ήταν η Ελληνίδα Υπατία η Αλεξανδρινή, μαθηματικός και φιλόσοφος

Την ξέρεις. Την ξέρεις, έστω και ακουστά, έστω και από το “Agora” του Amenabar. Είναι η Υπατία η Αλεξανδρινή (γνωστή σε όλο τον κόσμο στα αγγλικά ως Hypatia) και αποτελεί μία από τις τύπισες που επιβάλλεται να έχουν τον χώρο τους στη παρούσα στήλη.

Φιλόσοφος και μαθηματικός σε μια εποχή που -ω, τι περίεργο- αυτά τα πόστα δεν ήταν διόλου “woman friendly” — όχι πως και τώρα έχει αλλάξει πολύ αυτό. Για την ακρίβεια, η Υπατία είχε τη τύχη να γεννηθεί ίσως στη μόνη περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που δε μαστιζόταν από τον έκδηλο μισογυνισμό που επικρατούσε στην υπόλοιπη επικράτειά της.

Το τραγελαφικό με την περίπτωσή της είναι βέβαια, πως εν τέλει οι μισογυνικές αντιλήψεις της εποχής της έπαιξαν καθοριστικό παράγοντα στο τραγικό της τέλος.

Πάμε να τα δούμε όλα από την αρχή όμως.

Η Υπατία γεννήθηκε γύρω στο 351-370 μΧ. Ωστόσο για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, η χρονολογία γέννησης της έχει απόκλιση σχεδόν μία ολόκληρη εικοσαετία από διάφορες ιστορικές πηγές που μιλούν για αυτή με τα θερμότερα λόγια.

Πατέρας της ήταν ο μαθηματικός Θέων ο Αλεξανδρινός, ο οποίος φρόντισε η μοναχοκόρη του να πάρει τη μόρφωση που αντιστοιχούσε στους άνδρες εκείνης της εποχής, στέλνοντάς την μάλιστα για φιλοσοφικές σπουδές στην Αθήνα. Για αυτή του τη κίνηση ίσως ευθύνεται το ότι η Αλεξάνδρεια ήταν σχετικά ανεξάρτητη και διαφοροποιημένη, πολιτικά και ηθικά, από τις υπόλοιπες περιοχές τις Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου οι νόμοι της αποτελούσαν ένα “αυθαίρετο” μείγμα ελληνικών, αιγυπτιακών και ρωμαϊκών νόμων Εκτός αυτού, η Υπατία ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μικτής καταγωγής (ελληνικής και αιγυπτιακής) και εξαιτίας αυτού είχε κάποια αβαντάζια σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν ρωμαϊκή ή αμιγώς ελληνική καταγωγή.

Της επιτρεπόταν για αρχή να έχει κτήσεις, περιουσία και επίβλεψη επιχειρήσεων, χωρίς κάποιον προστάτη πάνω από το κεφάλι της — κοινώς, να έχει πλήρη οικονομική ανεξαρτησία. Και τι σημαίνει αυτό; Καμιά υποχρέωση να παντρευτεί έτσι ώστε να συντηρηθεί οικονομικά και ως εκ τούτου καμιά υποχρέωση να ανήκει σε κάποιον πέρα από τον εαυτό της. Σαν ελεύθερη ατομικότητα λοιπόν, χωρίς κάποιο νομικό πλαίσιο να την κρατάει περιορισμένη, της δόθηκε ο χώρος να αναπτυχθεί διαλεκτικά και κοινωνικά. Χώρο τον οποίο αξιοποίησε.

Γυρνώντας λοιπόν περί το 400 μΧ πίσω στην Αλεξάνδρεια, με μόρφωση αρκετών ετών στη πλάτη της, έγινε διδάσκουσα και επικεφαλής της Νεοπλατωνικής Σχολής της Αλεξάνδρειας, στην οποία οι μαθητές της δεν ήταν μόνο ειδωλολάτρες αλλά επίσης χριστιανοί και άτομα άλλων εθνικοτήτων. Φυσικά από αυτή τη θέση είχε πέρα από το σεβασμό των συγχρόνων της και μεγάλη πολιτική επιρροή μέσω του έργου της και εκτός των συνόρων της Αλεξάνδρειας.

Το κακό της όλης υπόθεσης είναι ότι δυστυχώς, ενώ οι πηγές αναφέρουν πως ήταν πολυγραφόταστη, δεν έχει σωθεί κανένα έργο της, παρά μόνο τίτλοι και περιλήψεις αυτών — οh, the irony! Μελετάς και γράφεις για όλη σου τη ζωή και τίποτα απ’ ότι έχεις γράψει δεν έχει διασωθεί. Ακούγεται σαν κατάρα και στη περίπτωση της Υπατίας με κάνει να θέλω να χωθώ σε μια γωνιά και να βάλω τα κλάματα.

Να σημειωθεί επίσης πως πέρα από τα μαθήματα που έκανε στην Νεοπλατωνική Σχολή, δίδασκε και δημόσια στην αγορά, κάτι ιδιαίτερα επαναστατικό για την εποχή εκείνη. Βλέπεις, το να έχει μια γυναίκα όχι μόνο χώρο στο δημόσιο λόγο, αλλά και σεβασμό αυτού από τη πλειοψηφία, ήταν και παραμένει κάτι σπάνιο.

Φυσικά κάτι τέτοιο μπορεί να βγάλει προβληματικά φασούλια άλλου τύπου. Στη περίπτωση της Υπατίας ας πούμε, της αναγνωρίστηκε από τους μεταγενέστερους μελετητές της το δικαίωμα στο δημόσιο λόγο κυρίως υπό το πλαίσιο του ότι ήταν “αγνή και παρθένα“. Ακόμα και μεταγενέστεροί της χριστιανοί μελετητές της, χρησιμοποίησαν το πρόσωπό της για να διακηρύξουν τις ρητορικές τους περί “αγνότητος” και συντηρώντας φαντασιακές αγκυλώσεις που ήθελαν τους ανθρώπους -και δη τις γυναίκες-, να έχουν ικανότητα λογικής σκέψης και βαρύτητας λόγου μόνο και εφόσον περιόριζαν τα “σαρκικά τους πάθη“.

Απεναντίας, όλα αυτά τα ανεκδοτολογικά και αυθαίρετα περί αγνότητος της Υπατίας δε μπορούμε να ξέρουμε κατά πόσο ισχύουν. Μια απλή σκέψη εδώ για να πονηρευτούμε όμως: ένας άνθρωπος, ανεξαρτήτως φύλου και προσανατολισμού, με δική του πολιτική υπόσταση, ανεξαρτησία, περιουσία, μόρφωση και διαλεκτική ικανότητα, κατά πόσο μπορεί ή είναι πρόθυμος να ακολουθήσει εξωτερικά θεσμοθετημένες νουθεσίες αγνότητος; Σχεδόν κανένας θα έλεγα. Η μόνη περίπτωση κατά την οποία ίσως κάποιος θα παρέμενε “αγνός” με όλους αυτούς τους παράγοντες τριγύρω, θα ήταν η περίπτωση της ασεξουαλικότητας, η οποία και πάλι, ουδεμία σχέση δεν έχει με την όλη άρρωστη κουλτούρα της σεξουαλικής “αγνότητας” — Νίκολα παιδί μου, για εσένα θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Όμως και υπό όλες αυτές τις ευμενείς προς το πρόσωπό της συνθήκες τις οποίες περιγράψαμε παραπάνω, καθώς και με τις πολιτικές τις γνωριμίες, η θέση της παρέμενε ευάλωτη και αυτό γίνεται αντιληπτό από το πολύ άσχημο τέλος το οποίο βρήκε στα χέρια των πολιτικών της αντιπάλων.

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, του οποίου η “Εκκλησιαστική Ιστορία” αποτελεί την εκτενέστερη και πιο αξιόπιστη γραπτή πηγή σχετικά με τη δολοφονία της Υπατίας, αναφέρει ως βασικό αίτιο της δολοφονίας της Υπατίας την αντιπαράθεση μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου και του έπαρχου Ορέστη.

Η Υπατία ήταν βοηθός του Ορέστη, ο οποίος αν και βαπτισμένος χριστιανός κατηγορήθηκε για ειδωλολατρεία με αποτέλεσμα να παίξει τζέρτζελο με 500 μοναχούς που ήρθαν να σιγοντάρουν τον Κύριλλο εναντίον του. Και όταν ένας μοναχός, ο Αμμώνιος, θανατώθηκε επειδή πέταξε μια πέτρα στον έπαρχο, ο Κύριλλος και οι οι χριστιανοί που είχε στο κατόπι του κατηγόρησαν την Υπατία, φορτώνοντας της όλο το μισαλλόδοξο τους μένος χρωματίζοντάς το έντονα με μισογυνισμό.

Έτσι, όπως αναφέρεται στην “Εκκλησιαστική Ιστορία” -χωρίς trigger warning για graphic violence έστω- η Υπατία κατηγορήθηκε ως ειδωλολάτρισσα μάγισσα και το mob των εξαγριωμένων χριστιανών της έστησε καρτέρι. Αφού λοιπόν την κατέβασαν με τη βία από την άμαξα στην οποία επέβαινε, την έσυραν στον καθεδρικό ναό. Εκεί της έσκισαν τα ρούχα, και έπειτα, λέει, την έγδαραν και την διαμέλισαν με κοφτερά όστρακα. Ό,τι έμεινε από το τεμαχισμένο της πτώμα το μετέφεραν στο Κυνάριον και το έκαψαν — γιατί αν δεν τελειώσουμε φόνο με “εξαγνιστική” πυρά θα χαλάσει το γλυκό.

Και με αυτό τον τρόπο, ιδιαίτερα βίαια και άδικα, μας την έκανε η Υπατία από το χωροχρονικό μας συνεχές.

Κρίμα, κρίμα. Να αναφερθεί εδώ πως το έτος θανάτου της (416 μ.Χ.) θεωρείται από ορισμένους ιστορικούς ως η χρονολογία που όρισε τη λήξη της επικράτησης των παγανιστικών θρησκειών και την αρχή της επικράτησης του χριστιανισμού — και όλα μας ξέρουμε τι ωραία παρεμφερή σκηνικά έπαιξαν μέσα στους επόμενους αιώνες με πρόσχημα την εν λόγω πίστη. Κλίκυ-κλίκυ εδώ για παραπάνω “γλυκάδια“.