Πυρ Γυνή και Άλατα και της Γιαγιάς τα Γάλατα

Πυρ Γυνή και Άλατα και της Γιαγιάς τα Γάλατα

Πάνε κάποια χρόνια τώρα που «δάγκωσα τη λαμαρίνα» και πήρα την μεγάλη απόφαση. Αρκετά χρόνια ώστε να προλάβει να σκάσει μύτη ο σοβαρός αλκοολισμός και να μην θυμάμαι πότε ακριβώς την πήρα. Ποιά σοβαρή απόφαση, ρωτάς; Το να συζήσω με θηλυκό. Όπως πολύ σοφά μου είπε κάποτε ένας καζανόβας Μολλάς από τη Δαμασκό με βραχνή φωνή και μάτια ύποπτα κόκκινα: «αγόρι μου, η διγαμία είναι πρόβλημα.

Ξέρεις γιατί; Γιατί έχεις μια γυναίκα παραπάνω απ’ όσες χρειάζεσαι. Από την άλλη, το ίδιο θα μπορούσα να πω και για τη μονογαμία! Μα τον Αλλάχ όμως, ωραία μπύρα έχετε εδώ, να σου πιω λίγη ακόμα;». Αμέσως μετά συνέχισε την ασχολία του, που δεν ήταν άλλη απ’ το να αργοπεθαίνει άστεγος σε κάποιο παγκάκι της Ναβαρίνου.

Στα εικοσιφεύγα μου πλέον, περιτριγυριζόμουν από ξενέρωτα ζευγαράκια που αντάλλασσαν τελειωμένες ατάκες όπως «κουνελοπαντοφλίνι μου, σε αγαπάω περισσότερο απ’ όσο αγαπάει το φεγγάρι τον ήλιο», λίγο πριν να χωρίσουν επειδή δεν ταίριαζαν τα γούστα τους σε καφετερίες ή η μάρκα του κομμουνισμού τους. Είχα βάλει ως σκοπό να αποκτήσω την πρώτη cool σχέση στο σύμπαν. Μια σχέση στην οποία θα τριγυρνούσαμε άπλυτοι στη λιακάδα φορώντας μόνο τα μποξεράκια μας, συζητώντας για τις περαιτέρω μειώσεις στους μισθούς των συντακτών του Texnologia.Net.

Flash forward 4-5 χρόνια μπροστά: εγώ, να αδειάζω το τρίτο ποτήρι καθαρού -95%- οινοπνεύματος on the rocks. Τα χέρια μου σέρνονται πάνω στο πληκτρολόγιο. Μια παντόφλα χρώματος καφετί-σκατουλί εκτινάσσεται στον-και-από-τον δεξιό μου ώμο, σκορπίζοντας άμμο από τη τουαλέτα των γατιών. Μια στριγκλιά με ελαφριά Κρητική αξάν σκίζει τον αέρα: «πάλι άργησες να κάνεις το editing στον Στάθης;». Τρομοκρατημένος, προσπαθώ να απαντήσω, αλλά ο λαιμός μου καίει — το οινόπνευμα μου ‘χει δημιουργήσει ένα πρόβλημα με τα φωνήεντα, το μόνο που βγαίνει είναι ένα θεούλη μου.

Η φωνή συνεχίζει, δηκτικά: «μου ‘χεις φάει τη ζωή! Τα καλύτερα μου χρόνια! Παρθένα σαν το λάδι που μας στέλνει η μάνα μου από το χωριό ήμουν όταν σε γνώρισα! Πάνε να μου πάρεις καπνό! Και χαρτάκια! Και κλείσε πια αυτή τη μουσική, τί στον διάολο βρίσκεις σ’ αυτούς τους Ισλανδούς! Φωνήεντα δεν έχουν στην γλώσσα τους!». Κάπως έτσι:

Προχωράω προς το ψιλικατζίδικο, λοιπόν. Τηλεφωνώ στον Στέλιο. Σίγουρα μια-δυο κουβέντες από τον κολλητό θα με στρώσουν. Ίσως έχει να μου δώσει κι από ‘κείνα τα περίεργα χαπάκια που μου έδωσε τις προάλλες και στρώσανε κάπως τα συναισθηματικά μου με τη Γεωργία. Πως τα είπε να δεις… Οσκιτοξίνες; Μεθοκοπόνη; Κάτι τέτοιο. Μόνο που δεν μπορεί. Πρέπει να πάει με τον αρραβωνιαστικό του για ψώνια – «ξέρεις, τώρα που γυρίσαμε από το Άμστερνταμ , χρυσέ μου, δεν σκέφτεται τίποτα άλλο από τον γάμο, μέρα-νύχτα ο γάμος…». Φτου γαμώτο!

Επιστρέφω στο σπίτι με τα χαρτάκια και τον καπνό παραμάσχαλα. Η μέγαιρα έχει θρονιαστεί στη καρέκλα μου, έχει απλώσει φέτες με μερέντα πάνω στο γραφείο μου και τη Wacom ταμπλέτα μου, και πλατσουρίζει τα δάχτυλα της στο -πλέον γεμάτο από καφέ γλυκό με γάλα- πληκτρολόγιο μου. Μια βίδα μέσα μου λασκάρει. Αρπάζω το τσεκούρι και τα τελευταία λόγια που ακούγονται καθώς ξεψυχάει είναι «μα γιατί δεν μ’ αγαπάς ματάκιααα μουυυυυυ…». Ύστερα ησυχία. Φτου γαμώτο εις διπλούν! Είχα πει πως αυτήν θα την κρατούσα — είναι περίεργο το σπίτι μου να είναι το μοναδικό με τόσο πράσινο στον κήπο…

Όντως, και στη μονογαμία υπάρχει στο σπίτι μια γυναίκα παραπάνω απ’ όσες μπορείς να χειριστείς μ’ ευκολία. Οι επιλογές είναι μονάχα δύο: είτε θα την σκοτώσεις εσύ, όσο είσαι ακόμα νέος και πιστεύεις πως μπορείς να βρεις άλλη πιο εύκολη στον χειρισμό, είτε θα πεθάνεις στα 50 σου από καρδιά και θα μοιράζει κουλουράκια στην κηδεία σου. Κι αν δεν σου αρκεί η εισαγωγή, αν ο φόνος δεν σε σοκάρει, ορίστε ένα mixtape των λόγων που μ’ έκαναν να σηκώσω το τσεκούρι κάθε φορά. Μαέστρο, δεύτερο ενικό παρακαλώ!

Η καθυστέρηση

Το σενάριο: είσαι έτοιμος εδώ και δύο ώρες για την μεγάλη έξοδο του μήνα. Στη τελική, το μοναδικό πράγμα που είχες να κάνεις είναι να γυρίσεις τα μέσα-έξω στις κάλτσες σου και να φορέσεις το τζιν σου, κι αυτό το έκανες προχτές. Η παρέα σου έχει ήδη μαζευτεί σε κάποιο φτηνό ρώσικο εστιατόριο και βρίσκεται στην τρίτη λεμονάδα με βότκα, περιμένοντας εσένα και την Πολύτιμη Πριγκίπισσα σου. Ανακουφισμένος, την βλέπεις να βγαίνει από το μπάνιο δυόμισι κιλά βαρύτερη από το μεϊκάπι. Έχει αφιερώσει δυόμισι ώρες στο να μπανιάρεται, λέει, με άλατα.

Πυρ, γυνή και άλατα. Μην κάνεις το λάθος να απαντήσεις «μια χαρά» όταν θα σε ρωτήσει πως φαίνεται, γιατί τα γυναικεία της ένστικτα θα την αναγκάσουν να ξαναμπεί στο μπάνιο και να σουλουπωθεί μέχρι να λάβει μια πιο συγκεκριμένη απάντηση. Και μετά πράσε βούτκε.

Ο χρόνος είναι σχετικός. Αφηρημένο πράγμα. Ρώτα όποιον χρήστη «ναρκωτικών» ή Facebook θέλεις και θα δεις. Οι γυναίκες, τώρα, μοιάζουν να αντιλαμβάνονται το concept του χρόνου πολύ πιο χαλαρά από τους άντρες – άρα το χειρότερο που μπορεί να σου τύχει είναι γκόμενα πρεζού και κολλημένη με το Facebook. Εξαιτίας αυτής της έλλειψης γυναικείας κατανόησης του χρόνου, κάπου στα 1.500 π.Χ. κάποιος απηυδισμένος Φαραώ εφηύρε την μέτρηση του χρόνου σε μονάδες. Οι άντρες έκτοτε έχουν αφοσιωθεί στην περαιτέρω επεξήγηση, εκλέπτυνση και κατηγοριοποίηση αυτών των μονάδων, μέχρι που κάποιο μακρινό ξαδερφάκι του Στέλιου όρισε το δεπτερόλεπτο ως:

«Το δευτερόλεπτο είναι η διάρκεια 9 192 631 770 περιόδων ραδιενέργειας που αντιστοιχούν στην μετάβαση ανάμεσα σε δύο χαμηλότατα επίπεδα του ατόμου του Καισίου 133 γκαργκλ γκλαρμπ ούγκαζα γκαγκαμπότσκα» — ή κάτι τέτοιο, τα ελάχιστα εγκεφαλικά μου κύτταρα δεν αρκούν για την ακριβή μετάφραση. Σκέψου τι καούρα έτρωγε με την γυναίκα του και σε πόσα πάρτι έχει πάει αργοπορημένος.

Η χρονοκαθυστέρηση

Το σενάριο: επισκέπτεστε την καλή σου φίλη Αλέξανδρο. Τώρα τελευταία, με την υπερκατανάλωση ορμονών και βοηθημάτων, έχει ξεκόψει από τις παλιές της παρέες. Δεν έχουν βοηθήσει καθόλου και η αλλαγή ονόματος, όπως και η μανία της με το body building — για να μην αναφέρουμε την αλλαγή καριέρας, από τεχνικός νυχιών σε γιαπί builder.

Η βραδιά εξελίσσεται θαυμάσια. Κάποια από τις καινούργιες φίλες της Αλέξανδρος, θαυμάσια κοπέλα με λίγο περίεργο κούρεμα και γαμάτες αρβύλες, έχει κουβαλήσει κεφίρ και ξερά σύκα, και κερδίζεις πολλές παρτίδες στο «ποιος θα πετύχει τους περισσότερους περαστικούς με φούσκες γεμάτες με νερομπογιά», το επίσημο παιχνίδι-εφεύρεση της νύχτας εκείνης. Η κοπέλα σου σού χαμογελάει ευτυχισμένη, μασουλώντας τα συκαλάκια της.

Ταχεία χρονομεταφορά, δώδεκα μήνες αργότερα. «…γι’ αυτό σου λέω, αδιαφορείς για τα συναισθήματα μου και το μόνο που θέλεις είναι να κάνεις το δικό σου. Είσαι ένα εγωιστικό κάθαρμα, κανείς δεν σου είπε πως δεν μπορείς να κάνεις μόνο ότι γουστάρεις. Ορίστε, τις προάλλες πήγαμε σε αυτόν τον φίλο σου τον καμένο, μαζευτήκατε όλοι και κάνατε μαλακίες. Και όλο το βράδυ δεν μου έδινες σημασία.

Εμένα με ρώτησες αν είμαι ΟΚ να σε βλέπω να ρεζιλεύεσαι πετώντας μπαλόνια με μπογιές στους ξένους ανθρώπους; Και για να έχουμε καλό ρώτημα, με ρώτησες αν ήθελα να πάμε σε αυτό το απαίσιο μέρος; Να περπατήσουμε δύο ώρες ως εκεί πάνω; Από πού βγήκαν δηλαδή όλοι αυτοί οι τύποι με τα κοντά μαλλιά και τα στρατιωτικά ρούχα; Και με ρώτησες αν θέλω να φάμε σύκα; Εγώ ήθελα σουβλάκι.Και…».

Και… ναι, φίλε, πέρα από την αντίληψη του χρόνου και ταπεινών κοινά αποδεκτών όρων όπως «σήμερα», «χτες» και «πέρυσι», αδυνατεί επίσης να καταλάβει το concept των προσωπικών επιλογών. Δεν έχει νόημα να αντιτείνεις φράσεις όπως «μα, αν δεν ήθελες, γιατί δεν…» ή «αφού σε ρώτησα και είπες πως είναι εντάξει να…». Και για το όνομα του Ιούλιου Καίσαρα, αναμορφωτή του σύγχρονου ημερολογίου, μην τολμήσεις να ρωτήσεις «μα τι θυμήθηκες τώρα». Συνήθισε το. Ή ακόνισε το τσεκούρι σου.

Η πανσέληνος

Η πανσέληνος είναι ένα θαυμάσιο θέαμα. Ειδικά αν την βλέπεις μέσα από έναν 400άρη τηλεφακό, σκαρφαλωμένος σε κάποιον λόφο, με μόνη σου παρέα τα τζιτζίκια και ένα ελαφρύ αεράκι που σου φέρνει αναμνήσεις. Αλλά αυτό είναι τελείως άσχετο με το θέμα μας.

Από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να συζήσεις με γυναίκα, ετοίμασε μια σάκα ανάγκης. Βάλε μέσα τα βασικά είδη επιβίωσης: παξιμάδια, έναν δίσκο του Necro, ουίσκι ώριμο και μια κουβέρτα. Θα τον χρειαστείς σε κάθε πανσέληνο και σε κάθε εμμηνόρροια, συν ορισμένες έκτατες περιπτώσεις. Γιατί, nigga yo, το φεγγάρι σηκώνεται ψηλά στον ουρανό, κόκκινο γιομάτο και αγνό, και βγαίνουν όχι οι λυκάνθρωποι αλλά η απάνθρωπη-λυκάνθρωπη: με τα μπούτια αξύριστα εδώ και μέρες, με δύναμη αρκετή για να σε σκίσει σε βαθυκόκκινες κορδέλες και με ουρλιαχτό που τρυπάει το κρανίο σου σαν σφαίρες.

Εδώ homie τσεκούρι δεν παίζει. Παίζει τακτική υποχώρηση. Ξέχνα τις λαϊκές δοξασίες: δεν αρκεί να την λούσεις με Αγιασμό. Θα της κλάσεις ότι δεν έχει αν δοκιμάσεις να την αποκεφαλίσεις και να της αφαιρέσεις την καρδιά σε αυτή τη φάση. Καλύτερα πάρε τις ασημένιες σφαίρες σου μαζί σου, όλο και κάτι θα πιάσουν στα ενεχυροδανειστήρια – ή στη τελική τις κάνεις κολιέ για extra bling. Ούτε η πρόληψη βοηθάει: δεν μπορείς να αποφύγεις την πανσέληνο ή την περίοδο — δυστυχώς η επιστήμη μας δεν έχει φτάσει ακόμη τόσο μακριά. Φρόντισε να έχεις έτοιμη τη σάκα σου.

Το ξενέρωμα

Γιάντα γιάντα γιάντα γιάντα γιάντα. Και δώστου γιάντα: γιατί κάνεις χαζομάρες και συμπεριφέρεσαι ακόμη σαν δεκαεξάχρονο; Δεν θα μεγαλώσεις ποτέ; Έχεις σοβαρά πράγματα να κάνεις αύριο — όπως το να με βοηθήσεις να απλώσω τραχανά και να φτιάξεις επιτέλους τα πλήκτρα Γ και Τ που κολλάνε στο πληκτρολόγιο. Γιατί πίνεις τόσες μπύρες; Γιατί οι φίλοι σου είναι περίεργοι; Γιατί δεν ωριμάζεις;

Μόλις πρωτοχουφτώσεις αυτό το ωραίο κωλαράκι, μάγκα μου, υπογράφεις εν αγνοία σου συμβόλαιο: «τάδε υπογράφων, Στέλιος, υποχρεούμαι από την ημέρα αυτή και στο εξής, να υπακούω άγραφους νόμους, να υποχωρώ σε βίτσια και κανόνες που δεν υπάρχουν παρά μόνο στο μυαλό της γκόμενας». Και στη παράγραφο ‘γ αναφέρει χαρακτηριστικά: «αποδέχομαι δε, πως ακόμη κι αν δεν μου έχει δοθεί γραπτή ή ρητή εντολή, οφείλω να μυρίζω τα δάχτυλα μου σε τακτικά χρονικά διαστήματα, ώστε να αποφαίνομαι για την ύπαρξη ή μη τέτοιας εντολής και να συμμορφώνομαι άμεσα».

Η κυκλοθυμία

Το σενάριο: μια ημέρα ξυπνάς με κέφια. Αποφασίζεις να κάνεις δώρο στην κοπέλα σου ένα ρομαντικό δείπνο για δύο. Παίρνεις έκτακτο ρεπό από τη δουλειά. Πλένεσαι, χτενίζεσαι και -ναι, ώρες-ώρες είσαι ικανός για τα πάντα!- ξυρίζεσαι. Κάνεις τη μεγάλη ανακοίνωση. Μωρό μου, τα δυό μας!

Ενθουσιασμένη, ανοίγει την ντουλάπα απ’ όπου πέρυσι τα ρούχα σου πήραν έξωση («αφού έτσι κι αλλιώς χωράνε στο συρτάρι, γιατί γκρινιάζεις;»), πατάει το shuffle playlist και ψάχνει απεγνωσμένα το ιδανικό κίτρινο φόρεμα, που θα ταιριάζει στα κίτρινα γοβάκια. Μισή ώρα αργότερα βγαίνει από την αυτοσχέδια ρουχοσπηλιά ενθουσιασμένη: επιτέλους, βρήκε τη πράσινη μπλούζα που έψαχνε! Δεν σου αρέσει;

Α, σου αρέσει, αλλά όχι πολύ. Ειδάλλως γιατί λες πως «καλή είναι»; Να πας να γαμηθείς κι εσύ και το γούστο σου. Θα βρει εκείνο το κόκκινο παντελόνι που φορούσε πέρυσι όταν πήγατε σε εκείνον τον περίεργο φίλο σου με τα μενίρ και τα ξερά σύκα. Είχε και κόκκινο μπλουζάκι ασορτί — κάπου εδώ θα είναι το καταραμένο.

Αλλά δεν το βρίσκει, οπότε πρέπει να πας να τη βοηθήσεις να ηρεμίσει – έχει βάλει τα κλάματα από την απελπισία της. Ηρέμισε, ματάκια μου, δεν παίζει ρόλο το φόρεμα, εγώ εσένα θέλω και όχι τα φορέματα. Πως τολμάς! Αν πρόκειται για δικά σου κέφια και γούστα, αυτή υποχωρεί – εσύ γιατί όχι; Και δηλαδή τι, οι κεφτέδες και το τζατζίκι θα στερέψουν στα φτηνά εστιατόρια που την βγάζεις, παλιοτσίπη;

Ζητάει την συγχώρεση σου. Θα βάλει τελικά τα κίτρινα. Έλα τώρα, γιατί της κάνεις μούτρα; Απλά θέλει να είναι όμορφη, δεν βγαίνετε συχνά οι δυο σας, σαν ζευγάρι που είστε. Όλο με αυτούς τους μαλάκες τους φίλους σου την σέρνεις. Πόσες φορές σου έχει πει να βγείτε οι δυο σας; Όλο με αυτούς τους ανόητους – μην τη διακόπτεις άμα σου λέει πράγματα που δεν σου αρέσουν. Γιατί τι διακόπτης διαρκώς; Τι κάνεις εκεί με το τσεκούρι; Όχι αγάπη μου, μη.

Η επέκταση

Μέσα στην ευτυχή συνύπαρξη του ζευγαριού, κάποια όρια καταργούνται. Μερικά καλώς. Η ντροπή του κατουρήματος την ώρα που η αγαπημένη σου πλένει τα δόντια της, ας πούμε. Τι να κάνουμε, ρε παιδιά, μια τουαλέτα έχει το σπίτι και δεν γίνεται να αργήσω στη δουλειά. Μερικά κακώς – πολύ κακώς.

Το σενάριο: γυρνάς σπίτι και ανακαλύπτεις πως ήπιε όλο σου το Μίλκο. Συζείτε, άρα έχει συζυγικά δικαιώματα πάνω στα περιεχόμενα του ψυγείου. Πας να γκρινιάξεις, αλλά είναι απασχολημένη με το να μπαλώνει το αγαπημένο σου μποξεράκι – ναι, αγάπη της, το φόρεσε γιατί οι πυτζάμες της ήταν στα άπλυτα και, η γάτα, ξέρεις, αμάν πια αυτές οι γάτες με τα νύχια τους, καιτελοσπάντων, εσενατισεκόβει, ναμητοάφηνεσεκει.

Θα έκανες φασαρία για το μποξεράκι, αλλά παρατηρείς τα απομνημονεύματα σου, εκείνο το καταπληκτικό τετράδιο που σου χάρισε ο Τάσος και που έχεις φάει χρόνια τώρα για να το γεμίσεις με ορνιθοσκαλισμένες σημειώσεις και παρατηρήσεις πάνω στη ζωή σου – μάγκα! Τα απομνημονεύματα σου είναι σκόρπια σε όλο το σπίτι.

Σίγουρα δεν εννοούσες αυτό όταν έλεγες πως θέλεις σπίτι γεμάτο από αναμνήσεις. Α, δεν είναι τίποτα, και προπάντων δεν φταίει αυτή: ήθελε να δει τι σημείωσες χτες για την έξοδο σας για δείπνο. Ξέχασε το παράθυρο ανοιχτό και οι γάτες πήραν το τετράδιο για παιχνίδι. Αμάν πια αυτές οι γά… Και ύστερα έγινε σεισμός.

Ευτυχώς, ο δικαστής δέχεται ως ελαφρυντικό το ότι βρισκόσουν εν βρασμώ. Αλλά η γειτόνισσα, που πήρε πρέφα πως κάτι δεν πάει καλά με τόση πρασινάδα, σε κάρφωσε και βρήκανε και τα 7 προηγούμενα πτώματα. Λίγο πριν σε ξανασύρουν στη κλούβα για τη μεταφορά σου στο κελί τριάντα τρία και ο Μαργαρίτης σηκώσει το μικρόφωνο, καταλαβαίνεις πως καλύτερα να διαβάζεις Τάσο Γεωργιάδη. Η δική του γκρίνια τουλάχιστον δεν έχει δυστυχισμένο τέλος – γιατί δεν έχει τέλος!

Το άρθρο αυτό ανήκει στην θεματική εβδομάδα “Ανταλλαγές”. Κατά την διάρκεια της εβδομάδας 15 Δεκεμβρίου 2019, οι συντάκτες του Texnologia ανταλλάζουν στήλες μεταξύ τους και… αναθέτουν τη συγγραφή της στήλης τους στον πλέον άσχετο με τη θεματολογία της! Μπορείς να μαντέψεις ποιός θα είναι ο επόμενος;