Ryan McGinley: Ο φωτογράφος της μεγάλης φυγής

Ryan McGinley: Ο φωτογράφος της μεγάλης φυγής

Τα road trips που διοργανώνει ο διάσημος φωτογράφος έχουν αποκτήσει μυθική διάσταση: Χιλιάδες χιλιόμετρα σε διαπολιτειακούς αυτοκινητόδρομους, νύχτες κάτω από τα αστέρια, φωτογραφήσεις μέσα σε πολύχρωμα φαράγγια και λαμπερούς καταρράκτες. Από αυτά τα ταξίδια προκύπτουν προκλητικές, ανέμελες εικόνες, που σφραγίζουν την οπτική αισθητική της σύγχρονης νεανικής κουλτούρας.

Θυμάστε ποια ήταν τα αγαπημένα σας θέματα φωτογράφισης όταν ξεκινήσατε;

Φωτογράφιζα τα πάντα. Τη θέα από το παράθυρο του αεροπλάνου, το φαγητό που έτρωγα, τους άστεγους που κοιμούνταν στο πάρκο, τα παιδιά που έπαιζαν μπάσκετ. Μερικά χρόνια αργότερα, κατάλαβα ότι αυτά που με ενδιέφεραν περισσότερο ήταν η φύση, το γυμνό και η δράση. Αυτά τα τρία στοιχεία καθορίζουν το έργο μου. Και πάντα αναζητώ το αναπάντεχο, το απροσδόκητο.

Πως προέκυψε η ιδέα να φωτογραφίζετε μόνο γυμνό;

Το έκανα στην αρχή περιστασιακά, στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι το να παρατηρείς και να εξετάζεις το γυμνό ανθρώπινο σώμα με μια φωτογραφική μηχανή είναι πολύ όμορφο. Το γυμνό με ενθουσιάζει.

Εκτός από αγάπη για το γυμνό έχετε και μια εμμονή στα μοντέλα με ανδρόγυνο στυλ…

Όταν βρίσκω ένα μοντέλο με τέτοιο παρουσιαστικό, ενθουσιάζομαι! Είναι 2 σε 1! (γελάει). Γενικά μου προκαλούν το ενδιαφέρον τέτοια άτομα. Οταν ήμουν μικρός, ήμουν fan του Bowie και αυτό επηρέασε βαθιά τόσο τη ζωή μου όσο και τη δουλειά μου.

Τι άλλο αποτελεί έμπνευση για εσάς;

Έχω μια μεγάλη οικογένεια και σχεδόν όλη η δουλειά μου είναι εμπνευσμένη από τα επτά αδέρφια μου. Είμαι ο μικρότερος –η μητέρα μου έκανε επτά παιδιά σε επτά χρόνια, κι εμένα 11 χρόνια αργότερα– οπότε στην ουσία με μεγάλωσαν ένα μάτσο τινέιτζερ. Το παρουσιαστικό των μοντέλων που φωτογραφίζω μου θυμίζει τα αδέρφια μου, τα οποία ήταν ανέκαθεν τα είδωλά μου.

Από το αστικό, νεοϋορκέζικο ύφος, στην ειδυλλιακή φύση και τη μεγάλη ύπαιθρο. Πότε και πώς συνέβη αυτή η αλλαγή στη δουλειά σας;

Μετακόμισα στη Νέα Υόρκη το 1996. Από τότε, όλη η δουλειά μου ήταν φωτογραφημένη στην πόλη. Το καλοκαίρι του 2002, όμως, ταξίδεψα βόρεια της πολιτείας, για να επισκεφτώ το φίλο μου Dan Colen, που βρισκόταν σε έναν αχυρώνα και ζωγράφιζε. Πήρα μαζί μου και μια ομάδα φίλους, τους οποίους φωτογράφιζα εκείνο τον καιρό. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η ύπαιθρος διοχέτευε στους ανθρώπους ενέργεια και ελευθερία- τους έκανε να νιώθουν σαν παιδιά, και αυτό ακριβώς ήθελα να αντανακλάται στη δουλειά μου.

Πως ήταν τα πρώτα χρόνια στη Νέα Υόρκη;

Σκέιτ, γκράφιτι, σεξ και ουσίες. Ετρεχα πάνω-κάτω σε ταράτσες, σε τούνελ του μετρό, σε μπαρ, έκανα συνεχώς παράνομες δραστηριότητες. Βασικά έκανα ό,τι κάνει κάθε νεαρός καλλιτέχνης που μετακομίζει στο κέντρο της Νέας Υόρκης. Οι φωτογραφίες εκείνου του καιρού συλλαμβάνουν όλη αυτή την τρέλα. Είναι σαν αποδεικτικά στοιχεία διασκέδασης.

Το σήμα κατατεθέν της δουλειάς σας είναι τα μεγάλα road trips στην Αμερική, με ένα βαν και μερικά νεαρά μοντέλα, τα οποία και φωτογραφίζετε γυμνά στη φύση. Σε κάποια από αυτά, το πρόγραμμα είναι πολύ σκληρό, όπως τότε που φωτογραφίζατε στα φαράγγια: έξι ώρες σκαρφάλωμα και δέκα ώρες φωτογράφηση.

Κάθε μέρα είναι μια νέα περιπέτεια, και το μυαλό και το σώμα πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτό το πρόγραμμα. Οταν δουλεύεις έτσι για 90 ημέρες συνεχόμενα, αυτή είναι η καθημερινότητά σου. Σταδιακά γινόμαστε όλοι μια οικογένεια. Και έπειτα από δέκα λεπτά, το γυμνό δεν έχει καμία σημασία, δεν το παρατηρεί κανείς –αν και όταν πετυχαίνουμε κόσμο, όλοι πιστεύουν ότι κάνουμε γυρίσματα πορνό! Εχουμε μαζί μας τα βασικά πράγματα -δύο αλλαξιές ρούχα, αποσμητικά και αφρόλουτρα, μπάρες δημητριακών. Κάποιες νύχτες μένουμε σε μοτέλ, άλλες κάνουμε κάμπινγκ ή νοικιάζουμε σπίτια ή κοιμόμαστε σε σπηλιές. Κάθε μέρα είναι διαφορετική.

Πώς μοιάζει, πώς φαίνεται η ιδανική φωτογραφία;

Πρέπει να φαίνεται αληθινή και ανθρώπινη, αλλά σε ένα φανταστικό πλαίσιο. Μέσα στον κόσμο της φαντασίας μου, αναζητώ την πραγματικότητα, στιγμές που μοιάζουν αληθινές. Δεν ξέρω αν βγάζει νόημα αυτό που σας λέω. Βγάζει;