Ο ιππότης του μπαρόκ που μιλάει μόνο με τη μουσική

Ο ιππότης του μπαρόκ που μιλάει μόνο με τη μουσική

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος είναι τσεμπαλίστας και ιδρυτής του συνόλου παλαιάς µουσικής «Latinitas Nostra» και έχει συνδέσει το όνοµα του µε την «αυθεντική» ερµηνεία του µπαρόκ, δηλαδή της έντεχνης µουσικής που γράφτηκε στην Ευρώπη τον 17ο και το 18ο αιώνα. Από την ερωτική Στέψη της Ποππαίας στη Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών το 2011 έως το ξέφρενο µπαρόκ πάρτι τον Φεβρουάριο στο Μέγαρο Μουσικής, οι συναυλίες του είναι πάντα sold out!

Δεν θα ήσασταν ίσως καλύτερα αλλού, σε ένα διεθνές μουσικό κέντρο αντί για την Ελλάδα;

Το νιώθουµε αυτό πάρα πολύ έντονα. Από την άλλη, χωρίς έπαρση, έχουµε τόσο ταλέντο, που αν δεν είµαστε στο εξωτερικό και είµαστε στην Ελλάδα να κάνουµε πράγµατα όταν µας το επιτρέπουν, είναι επειδή την άλλη εναλλακτική δεν τη θέλαµε αρκετά.

Γιατί µου έλειπαν οι φίλοι µου, η γλώσσα µου, το παιδικό µου µαξιλάρι ή οτιδήποτε άλλο µπορεί να είναι. Για τα άλλα υπάρχουν άνθρωποι πιο αποφασισµένοι από εµάς· εµείς µε την επιµονή µας προθερµαίνουµε ένα κοινό για την επόµενη γενιά. Είµαι ήδη 42 ετών και δεν πιστεύω να κάνω τώρα τη µεγάλη καριέρα, αλλά έχω βρει πέντε – έξι ανθρώπους που αναπνέουµε µαζί. Ξέρω αρκετούς µουσικούς στην Ελλάδα και αλλού και ξέρω ότι αυτή την αίσθηση να παίζουν µαζί – µαζί, δεν την έχουν νιώσει.

Ακούγοντας τη βιαιότητα των «αυθεντικών» ερµηνειών αναρωτιέται κανείς αν είναι µια αφορµή για να εισαχθούν στην παλιά µουσική σύγχρονα ακούσµατα.

Ίσως και να γίνεται αυτό. Είναι πολύ δύσκολο να κάνουµε αφαίρεση του ποιοι είµαστε, τα ακούσµατά µας· ανοίγεις τηλεόραση και υπάρχει ρυθµός, παλµός ορισµένου είδους. Η αίσθηση της ταχύτητας και του χρόνου έχουν επιπλέον αλλάξει. Οµως, δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι ο κόσµος τότε ήταν πιο βραδύστροφος.

Συχνά πάντως οι επιλογές σας είναι ανορθόδοξες.

Κάνω τη µουσική µου. ∆εν αισθάνοµαι ότι µπορώ να το κάνω µε κάποιον τρόπο εκτός του δικού µου, και αυτό το εννοώ και αρνητικά: τι παρωπίδες συνεπάγεται το να έχει κάποιος παγιωμένα αντανακλαστικά, να αντιδρά στην παρτιτούρα µε έναν συγκεκριµένο τρόπο. Σίγουρα χάνω σε συνεργασία µε άλλους ανθρώπους, αλλά για να γίνεις πιστευτός σε κάτι τόσο ασαφές ή υπερβατικό όπως είναι η µουσική, πρέπει αυτό που κάνεις να µην έχει επιφυλάξεις. Για αυτό δεν µπορεί να είναι παρά µε τον έναν και µόνο τρόπο που το έχεις στο µυαλό σου. Πέραν του ότι είναι πολύ πιο βολικό να κάνεις τα δικά σου λάθη αντί για αυτά των άλλων.

Γενικώς «ακούµε» στην Ελλάδα;

Θεωρώ ότι οι Ελληνες είµαστε ο πιο φάλτσος λαός που υπάρχει στον κόσµο. Για παράδειγµα, τα κάλαντα που ακούµε τα Χριστούγεννα. Εγώ έχω υποφέρει. Τις µέρες που λένε τα κάλαντα εγώ κοιµόµουν και ο παππούς µου έβαζε τα παιδιά επίτηδες στο δωµάτιο για να µε ξυπνήσουν -και επιπλέον ήταν φάλτσα!

Μήπως η επιτυχία των Ελλήνων µουσικών οφείλεται και στο ότι έχουν εφαρµόσει την «εσωτερική υποτίµηση» στις αµοιβές τους;

Οι αµοιβές έχουν πέσει πάρα πολύ και επιπλέον δεν δίνονται. Η αγορά είναι µια φούσκα αυτήν τη στιγµή, αφού υπάρχει µια υπόσχεση πληρωµής η οποία ίσως δεν γίνει ποτέ. Θα µπορούσε να γίνει κάτι πιο συνεργατικό. ∆εν λέω ότι θα γίνει κιµπούτς, αλλά όταν κάποιος σου χρωστάει τρία χρόνια λεφτά και σου µιλάει σαν να ήταν ο Φερδινάνδος Γ’ των Αψβούργων ή δεν σου δίνει ένα δωρεάν εισιτήριο για µια άλλη εκδήλωσή του, υπάρχει πρόβληµα.

Κάποτε είχατε πει ότι µπορείτε να ζήσετε µε πεντακόσια ευρώ τον µήνα…

Έχω ζήσει µε πολύ λιγότερα και µάλιστα µια εποχή που ζούσα µε έναν φίλο στο Παρίσι, είχα µετακοµίσει στο σπίτι του και κοιµόµουν κάτω από ένα τραπέζι (οι επιλογές ήταν αν θα κοιµηθώ όρθιος στην ντουλάπα ή κάτω από το τραπέζι). Είχαµε δέκα φράγκα για τη βδοµάδα, είχαµε βγάλει όνοµα στο καθένα. Σήµερα θα σκοτώσουµε τον Ζαν Κλοντ, σήµερα τον Αρταξέρξη κ.λπ.

Επίσης είχατε πει ότι θα µπορούσατε να ξοδέψετε 12.000 ευρώ σε µια µέρα, χωρίς να αγοράσετε τίποτα.

Τρελή φαντασίωσή µου είναι να µπω σε ένα σουπερµάρκετ µε πάρα πολλά φώτα, όχι κανένα µίζερο, σε ένα µεγάλο, ωραίο σουπερµάρκετ, και να τα σπάσω όλα, να τα κάνω λαµπόγυαλο. Αυτό ήδη δεν ξέρω πόσο θα κοστίσει, αλλά φαντάζοµαι το ποσό των 12.000 είναι αρκετό.

Ζουν ακόµα οι γονείς σας;

Όχι βέβαια! Μα τι ερώτηση είναι αυτή;