Σαλβαδόρ Αλιέντε: Η 11η Σεπτεμβρίου της Λατινικής Αμερικής

Σαλβαδόρ Αλιέντε: Η 11η Σεπτεμβρίου της Λατινικής Αμερικής

Ο περισσότερος κόσμος έχει ταυτίσει την 11η Σεπτεμβρίου αποκλειστικά με τους δίδυμους πύργους και τον Μπιν Λάντεν. Κανένας από τους αμερικάνους δεν θα μπορούσε να συνδυάσει αυτή την ημέρα με τον Νίξον, τον Κίσινγκερ, ενώ φανταζόμαστε θα αγνοούσε πλήρως το όνομα του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με την 11η Σεπτεμβρίου 1973, όταν οι αμερικάνοι ανέτρεψαν τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής παραδίδοντας τη χώρα και τους ανθρώπους της στα νύχια μια σκληρής δικτατορίας.

Αυτό που διαφοροποιεί τις επετείους των δυο χωρών είναι ότι οι χιλιανοί έκαναν πόλεμο σε αμερικάνικο έδαφος κυνηγώντας τους ενόχους της τραγωδίας τους, όπως έκαναν οι αμερικάνοι στο Αφγανιστάν.

Όταν ο Αλιέντε ανέλαβε την εξουσία της Χιλής το 1970, η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σοσιαλιστής πρόεδρος ήδη από το πρώτο έτος της διακυβέρνησής του δεν στόχευσε μόνο στη βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών ώστε να «ευημερούν οι αριθμοί», όπως κάνουν οι εκάστοτε πρωθυπουργοί δεξιών και αριστερών κομμάτων, αλλά επιχείρησε κάτι σπουδαιότερο που η επιτυχία της εφαρμογής του τον οδήγησε και στην πτώση του: τη μετάβαση στον σοσιαλισμό με ειρηνικά κοινοβουλευτικά μέσα ή, όπως το ονόμασε ο ίδιος: «Δημοκρατικό τρόπο για τον Σοσιαλισμό».

Στην πράξη αυτό επιχειρήθηκε με την εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού, σιδήρου, νίτρου και άνθρακα, την εθνικοποίηση όλων των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, την κρατικοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών και τον σταδιακό έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου. Όπως ήταν φυσικό, οι πρώτες που ανησυχούσαν για αυτές τις εξελίξεις ήταν οι ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούσαν πάντα τη Χιλή στρατηγικά ελεγχόμενη περιοχή.

«Οι ΗΠΑ ανακάλυψαν ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από έναν μαρξιστή στην εξουσία. Ένας εκλεγμένος μαρξιστής στην εξουσία» θα πει χαρακτηριστικά ο αμερικάνος δημοσιογράφος Γουίλιαμ Μπλαμ. H επίσκεψη του Φιντέλ Κάστρο στη Χιλή το 1971, που διήρκεσε σχεδόν έναν μήνα, «ταρακούνησε» περισσότερο τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση οι χώρες της Ν. Αμερικής να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κούβας.

Το ποτήρι ξεχειλίζει για τους αμερικάνους όταν ο Αλιέντε όχι μόνο εθνικοποίησε τα μεταλλεία της ΙΤΤ, αλλά επειδή η εταιρεία είχε συσσωρευμένα υπερκέρδη από τη 40χρονη εκμετάλλευση του υπεδάφους της χώρας δεν της δίνει καμία αποζημίωση. Από ό,τι έγινε γνωστό ύστερα από χρόνια, η πολυεθνική καταφεύγει στο Κογκρέσο, όπου εισηγείται αντεπανάσταση με χτυπήματα στην οικονομία, τα οποία θα οδηγούσαν στην οικονομική κατάρρευση της χώρας και τη δημιουργία αναταραχής, που θα ερχόταν να κατευνάσει κάποια στρατιωτική δικτατορία.

Η εταιρεία δεν είχε πει βέβαια κάτι που δεν είχαν σκεφτεί και άλλοι στην αμερικάνικη κυβέρνηση. Το σχέδιο ανατροπής του Αλιέντε είχε αρχίσει πριν ακόμα ο χιλιανός πρωθυπουργός ανέβει στην εξουσία το 1970, αλλά τώρα βρισκόταν στο τελικό του στάδιο.

Ένας από αυτούς που ανέλαβαν την πραγματοποίησή του ήταν – ποιος άλλος; – ο Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος με το γνωστό του θράσος είχε «φτύσει» και τον λαό της Χιλής: «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μείνουμε αδρανείς, παρακολουθώντας μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική λόγω της ανευθυνότητας του λαού της».

Το οικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ που ακολούθησε δεν άργησε να φέρει αποτελέσματα και έτσι από το 1972 ξεκίνησε μια περίοδος κοινωνικής αποσταθεροποίησης και μεγάλων απεργιών. Πολλές από αυτές είχαν την ανοιχτή υποστήριξη της κυβέρνησης Νίξον, η οποία μέσω της CIA διοχέτευε εκατομμύρια δολάρια. Τρανταχτό παράδειγμα ήταν η επ’ αόριστον απεργία της Εθνικής Ένωσης Μεταφορών, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Λέων Βιλαρίν, γνωστός ηγέτης της ακροδεξιάς οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία».

Στόχος των κινήσεων αυτών ήταν να πιέσουν τον Αλιέντε να δεχτεί στην κυβέρνηση δικούς τους ανθρώπους ώστε να μπορέσουν να ελέγχουν από μέσα την πολιτική του. Όταν όμως το ντόπιο και το αμερικάνικο κεφάλαιο είδαν ότι, παρά τη δυσαρέσκεια του κόσμου για την οικονομική δυσπραγία, ο λαός εμπιστεύτηκε την κυβέρνηση και στις εκλογές του Μαρτίου του 1973, ανεβάζοντας μάλιστα τα ποσοστά της από 36% σε 43,5%, τότε αφήνουν τα κοινοβουλευτικά και κοινωνικά «πριονίσματα» και αποφασίζουν άμεση στρατιωτική δικτατορία.

Πίνακας περιεχομένων

Πως άνοιξε ο δρόμος

Η πρώτη προσπάθεια θα γίνει στις 29 Ιουνίου 1973 – θα μείνει γνωστή ως «Τανκετάζο» – και θα είναι αποτυχημένη. Το πραξικόπημα έδειξε στον Αλιέντε ότι δεν μπορούσε να εμπιστευτεί πλέον τις στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας και τους καραμπινιέρους. Ήταν πλέον φανερό πως ο χιλιανός πρόεδρος είχε εχθρούς παντού και η θέση του ήταν επισφαλής. Σε μια προσπάθεια αντίδρασης, διορίζει αρχηγό ΓΕΣ τον στρατηγό Πρατς, ο οποίος είχε εναντιωθεί στο πραξικόπημα.

Ο Πρατς όμως αναγκάστηκε να παραιτηθεί σύντομα, μετά το σκηνοθετημένο συμβάν με την Αλεξαντρίνα Κοξ στους δρόμους του Σαντιάγκο. Ο Πρατς ενώ κινούνταν με το αυτοκίνητό του δέχτηκε φραστική επίθεση από κάποια άτομα σε ένα άλλο όχημα. Αντέδρασε έντονα βγάζοντας το περίστροφό του και απειλώντας τούς εν λόγω υβριστές, ενώ μαζεύτηκε πλήθος κόσμου τριγύρω παρακολουθώντας τη σκηνή.

Έπειτα από λίγο αποκαλύφτηκε πως ένας από αυτούς ήταν στην πραγματικότητα η γνωστή μαντάμ της αριστοκρατίας Αλεξαντρίνα Κοξ μεταμφιεσμένη σε άντρα. Το πλήθος πήρε αμέσως το μέρος της και ο Πρατς σοκαρισμένος έσπευσε να υποβάλει την παραίτησή του. Τα γεγονότα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν η παραίτηση του Πρατς δεν άνοιγε τον δρόμο στον Πινοσέτ, ο οποίος τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του ΓΕΣ στις 23 Αυγούστου. Με αυτή την προβοκατόρικη ενέργεια ο Αλιέντε έχασε έναν από τους τελευταίους συμμάχους του.

Εκείνη την περίοδο στη Βουλή της χώρας είχε περάσει ψήφισμα με το οποίο η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον πρωθυπουργό ότι δεν σεβόταν το Σύνταγμα. Το ψήφισμα αυτό καλούσε για πρώτη φορά τον στρατό να επέμβει ώστε να «κατευθύνει την κυβερνητική δραστηριότητα προς τη νομιμότητα και να εξασφαλίσει τη συνταγματική τάξη». Εκ των υστέρων διαπιστώνουμε την ειρωνεία της συγκεκριμένης απόφασης, η οποία κατηγορούσε τον Αλιέντε ότι επιχειρούσε να «κατακτήσει την απόλυτη εξουσία με τον προφανή σκοπό να θέσει όλους τους πολίτες υπό αυστηρό κρατικό οικονομικό και πολιτικό έλεγχο».

Οι στρατιωτικοί θα ακούσουν τις… εκκλήσεις των πολιτικών και στις 11 Σεπτεμβρίου θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος. Η αρχή γίνεται με το Ναυτικό, το οποίο καταλαμβάνει το μεγάλο λιμάνι του Βαλπαρέσο. Οι πραξικοπηματίες είχαν κόψει τις γραμμές επικοινωνίας του κυβερνητικού ναυάρχου Μοντέρο με την κυβέρνηση και έτσι ο Αλιέντε αναγκάστηκε να μιλάει με το νούμερο 2 της ιεραρχίας, τον Χοσέ Μερίνο, ο οποίος όμως ήταν ένας από τους πραξικοπηματίες.

Δείγμα της σύγχυσης που επικρατούσε στην προεδρική κατοικία ήταν το γεγονός ότι ο πρόεδρος σε εκείνη τη φάση ακόμα δεν πίστευε ότι ο Πινοσέτ ήταν με τους στασιαστές και εξέφραζε την ανησυχία του μήπως είχε φυλακιστεί.

Μέσα σε λίγες ώρες οι ένοπλες δυνάμεις είχαν καταλάβει όλα τα σημαντικά αστικά κέντρα και ανακοίνωσαν την ανατροπή του Αλιέντε. Η άρνηση του τελευταίου να παραιτηθεί έδωσε έναν μάρτυρα στη χιλιανή ιστορία, όταν ο στρατός έφτασε έξω από την προεδρική κατοικία απειλώντας να τη βομβαρδίσει. Ο ίδιος αρνείται να ακούσει αυτούς που του έλεγαν να εγκαταλείψει τη θέση του και να μεταβεί στην ύπαιθρο ώστε να συνεχίσει να αντιμάχεται τη χούντα από εκεί και απευθύνει από το ραδιόφωνο το τελευταίο του μήνυμα προς τον λαό:

«Δεν θα παραιτηθώ! Σε αυτή την ιστορική συγκυρία θα πληρώσω για την πίστη μου στον λαό με τη ζωή μου… Εκείνοι έχουν δύναμη και θα μας δυναστεύσουν, αλλά η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να ανασταλεί από το έγκλημα και τη δύναμη. Η ιστορία είναι δική μας και ο λαός τη γράφει… Αυτές είναι οι τελευταίες μου λέξεις και είμαι βέβαιος ότι η θυσία μου δεν θα πάει χαμένη. Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον θα αποτελέσει ένα ηθικό μάθημα ενάντια στην απάτη, τη δειλία και την προδοσία».

Ακολούθησε μάχη με τους λίγους υπερασπιστές του προέδρου και στο τέλος βομβαρδισμός του κτιρίου. Η τελευταία φωτογραφία του δείχνει τον Αλιέντε να προσπαθεί να αμυνθεί με ένα αυτόματο ΑΚ-47 στο χέρι που του είχε δωρίσει ο Κάστρο, και είχε πάνω την αφιέρωση: «Στον καλό μου φίλο Σαλβαδόρ, από τον Φιντέλ, ο οποίος προσπαθεί με διαφορετικούς τρόπους να επιτύχει τους ίδιους σκοπούς».

Αφού είχε γίνει πλέον φανερό ότι η κατάσταση ήταν απέλπιδα, ο Αλιέντε διέταξε τους μαχητές του να σταματήσουν και τους χαιρέτησε έναν έναν. Στη συνέχεια πήγε μόνος του σε ένα από τα σαλόνια του μεγάρου και αυτοκτόνησε. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του, η οποία υποστηρίζεται από αρκετούς μάρτυρες. Υπάρχουν και κάποιες άλλες εκδοχές που υποστηρίζουν ότι έπεσε μαχόμενος, αλλά η αυτοκτονία δείχνει σήμερα πιο πιθανή.

Ακόμα και ο Φιντέλ Κάστρο, που εκείνες τις ημέρες μιλούσε για δολοφονία, το 2002 φέρεται να είπε στον Τσάβες: «Μην αυτοκτονήσεις, Ούγκο. Μην κάνεις ό,τι έκανε ο Αλιέντε, που ήταν μόνος του. Εσύ έχεις τον περισσότερο στρατό με το μέρος σου. Μη σταματάς, μην παραιτηθείς».

Ηγέτης του πραξικοπήματος ήταν ο Αουγκούστο Πινοσέτ, που το όνομά του και μόνο προκαλεί και σήμερα στους χιλιανούς συναισθήματα οργής και αηδίας. Η χούντα του Πινοσέτ είχε όλα τα χαρακτηριστικά των δικτατοριών της Νότιας Αμερικής: πολύ σκληρή, βαθιά αντικομμουνιστική και απόλυτα αμερικάνικη.

Στηριζόμενη στις ΗΠΑ προχώρησε άμεσα σε ανατροπή των μεταρρυθμίσεων και σε ιδιωτικοποιήσεις μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων. Για πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες δεν χρειάζεται να μιλήσουμε. Δεκάδες χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και οι βασανισμένοι από την πρώτη ημέρα της χούντας και σε όλη την περίοδο της μακρόχρονης συνταγματικής εκτροπής.

Ο ρόλος της CIA

Το 1998 και το 2000 η CIA αποχαρακτήρισε περίπου 16.000 έγγραφα, τα οποία επιβεβαίωναν την ανάμιξή της στην πολιτική σκηνή της Χιλής από το 1970 και μετά. Πριν ακόμα γίνει πρόεδρος ο Αλιέντε, η CIA είχε υποστηρίξει απόπειρα απαγωγής του, η οποία απέτυχε επειδή ο στρατηγός Σνάιντερ αρνήθηκε να συμμετάσχει. Ο στρατηγός δολοφονήθηκε στη συνέχεια, αν και η υπηρεσία αρνείται ότι είχε σχέση με αυτό το γεγονός.

Επίσης, χρήματα διοχετεύονταν πριν και μετά το πραξικόπημα μέσω της «Επιχείρησης Φούμπελτ», ώστε να ενισχυθεί η αντικομμουνιστική προπαγάνδα και να αποδυναμωθεί ο Αλιέντε στα μάτια του λαού. Και επειδή από τις βρόμικες επιχειρήσεις της CIA εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να λείπει κάποιος έλληνας, ο συντονιστής της «Φούμπελτ» ήταν ο Θωμάς Καραμεσσίνης, υψηλόβαθμο στέλεχος της υπηρεσίας. Μαζί με τον Κίσινγκερ σχεδίαζαν το πραξικόπημα ήδη από το 1970.

Σχετικό ενδοϋπηρεσιακό τηλεγράφημα περιγράφει τους σκοπούς και τις μεθόδους της επιχείρησης αποσταθεροποίησης: «Είναι η σαφής και συνεχιζόμενη πολιτική μας το να ανατραπεί ο Αλιέντε. Θα ήταν προτιμότερο να συνέβαινε αυτό πριν από την εκλογή του, αλλά οι προσπάθειες θα συνεχιστούν δυναμικά και μετά από αυτή την ημερομηνία».

Οι εκθέσεις της CIA 2-3 ημέρες πριν το πραξικόπημα θυμίζουν τα «προσεχώς» των κινηματογράφων. Δείχνουν τα κυριότερα σημεία αυτών που θα επακολουθήσουν «αυθόρμητα» από τον στρατό. (Τα σημεία που αναφέρονται ως «διαγραφή» παραμένουν μέχρι σήμερα απόρρητα).

«(Διαγραφή πρώτης σειράς) ότι μια απόπειρα πραξικοπήματος θα ξεκινήσει στις 11 Σεπτεμβρίου. Και τα τρία όπλα των Ενόπλων Δυνάμεων και οι καραμπινιέροι είναι αναμειγμένοι σε αυτή την ενέργεια.

Μια διακήρυξη να διαβαστεί από το Ράδιο Αγκρικουλτούρα στις 7 π.μ. της 11ης Σεπτεμβρίου. (Διαγραμμένο) ότι οι καραμπινιέροι έχουν την ευθύνη να συλλάβουν τον πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε.

(2) Σύμφωνα με (διαγραφή) το Ναυτικό έχει προγραμματίσει να ξεκινήσει απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο Βαλπαρέσο στη 1.30 π.μ. της 10ης Σεπτεμβρίου. (Διαγραφή) ότι η Αεροπορία θα υποστήριζε αυτή την πρωτοβουλία του Ναυτικού αφού το Ναυτικό πραγματοποιήσει μια θετική ενέργεια, καταλάβει λ.χ. την επαρχία του Βαλπαρέσο και απευθύνει τελεσίγραφο απαιτώντας την παραίτηση του Αλιέντε ή απειλώντας να κινηθεί εναντίον του Σαντάγκο. (Διαγραφή)».

Χρήματα συνέχισαν να διοχετεύονται στη Χιλή από τους αμερικάνους και μετά την ανατροπή του Αλιέντε, αυτή τη φορά βέβαια για να διασφαλιστεί η επιβίωση του νέου καθεστώτος. Το σχέδιο αυτό ήταν μέρος της γνωστής «Επιχείρησης Κόνδορας» και περιλάμβανε την ενίσχυση του διαβόητου αρχηγού της μυστικής αστυνομίας του Πινοσέτ, Μανουέλ Κοντρέρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας ο Κλίντον ζήτησε συγγνώμη για τη χούντα. Στην περίπτωση της Χιλής αυτός που λυπήθηκε ήταν ο Κόλιν Πάουελ, ο οποίος δήλωσε για τη Χιλή: «Είναι ένα κομμάτι της αμερικάνικης ιστορίας για το οποίο δεν είμαστε περήφανοι». Όπως καταλαβαίνετε, μετά από καμιά τριανταριά χρόνια, κάποιος άλλος θα ζητήσει συγγνώμη για αυτά που έκαναν ο Πάουελ στον Κόλπο και ο Κλίντον στη Σερβία…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας