Ταξίδι στην Αίγυπτο: Λούξορ, Aσσουάν και Όαση της Σίβα

Ταξίδι στην Αίγυπτο: Λούξορ, Ασουάν και Όαση της Σίβα
Στη φωτογραφία βλέπετε την πόλη Ασουάν που βρίσκεται στην όχθη του δυτικού Νείλου

Η γνωριμία με την ιστορία και τον πολιτισμό της Αιγύπτου μόλις έχει ξεκινήσει για εμάς με ένα ταξίδι με κατεύθυνση από το Νότο προς το Βορρά και στάσεις στο Λούξορ, το Ασσουάν και στην Όαση της Σίβα.

Η Αίγυπτος είναι ένας παρεξηγημένος τουριστικός προορισμός, κυρίως γιατί στους περισσότερους φέρνει αμέσως κατά νου κλασικές εικόνες της Σφίγγας, των πυραμίδων και ίσως τίποτα άλλο. Η αλήθεια είναι ότι η Αίγυπτος έχει πολύ περισσότερα να δώσει σε έναν επισκέπτη, αρκεί να είναι διατεθειμένος να ξεφύγει από τις κλασικές διαδρομές και να χαράξει τη δική του πορεία πάνω στο χάρτη.

Ο χάρτης, βέβαια, μιας χώρας σαν την Αίγυπτο είναι προκλητικά μεγάλος, με το μεγαλύτερο μέρος του να το καλύπτει έρημος, οπότε αποφασίσαμε να εμπιστευτούμε τα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και να ακολουθήσουμε τα νερά του Νείλου σε μια πορεία προς την Ανω Αίγυπτο. Κι ο Νείλος πάντως, με τη σειρά του, είναι ο μακρύτερος ποταμός στον πλανήτη, οπότε προσδιορίσαμε αυτή τη διαδρομή σε δύο μόνο βασικές στάσεις, το Λούξορ και το Ασουάν.

Στην αρχή μάς πέρασε από το μυαλό να πάρουμε κάποιο από τα ποταμόπλοια που ανεβοκατεβαίνουν το Νείλο, αλλά πολύ γρήγορα εγκαταλείψαμε αυτήν την ιδέα, γιατί τα περισσότερα ποταμόπλοια είναι καμουφλαρισμένα… κρουαζιερόπλοια και μια διαδρομή 5 – 6 ημερών θα μπορούσε να κοστίσει μέχρι και 1.300 ευρώ ανά άτομο. Έτσι, αναβάλαμε την α λα «Αγκάθα Κρίστι» περιπέτεια και πήραμε το τρένο για το Λούξορ.

Λούξορ

Φτάνοντας κατά το μεσημέρι στο Λούξορ κάπως μπερδευτήκαμε, γιατί οι επιλογές που έχεις είναι τόσο πολλές και δεν ξέρεις πραγματικά τι να πρωτοκάνεις: εκδρομή με φελούκα στο Νείλο, επίσκεψη στους ναούς της ανατολικής όχθης του Νείλου ή στους διάσημους τάφους της δυτικής όχθης. Τελικά, κάτω από την πίεση του ηλίου αποφασίσαμε να κάνουμε το πιο συνετό, να βρούμε δηλαδή μια καλή σκιά και να παραγγείλουμε 7 – 8 ποτήρια φυσικών χυμών. Οι Αιγύπτιοι αγαπούν πολύ τους χυμούς και, με τις ευλογίες του Νείλου, μπορούν να απολαύσουν μια πολύ μεγάλη ποικιλία τροπικών φρούτων.

Εκεί μάθαμε ότι ήταν ήδη πολύ αργά για οποιαδήποτε δραστηριότητα και ότι όλες οι επισκέψεις ξεκινάνε από πολύ νωρίς το πρωί, όχι μόνο λόγω της αφόρητης ζέστης, αλλά και του πλήθους των μνημείων που πρέπει να επισκεφθείς. Μας βοήθησαν, επίσης, να βρούμε και το μόνο κάμπινγκ της περιοχής, το Rezeiky Camp. Ηταν το τέλος μιας πραγματικά πολυέξοδης διαδρομής από το Κέιπ Τάουν και έπρεπε να περιορίσουμε τα περιττά έξοδα για να μην περιορίσουμε τις ίδιες τις δραστηριότητες.

Η διαμονή με σκηνή στον κήπο του Rezeiky Camp κόστιζε λίγο παραπάνω από 1 ευρώ ανά ημέρα, ενώ, πέρα από αυτό, ήταν ένα πραγματικά ωραίο και κυρίως δροσερό μέρος. Εκεί γνωρίσαμε και τον Ιαν, έναν συνταξιούχο Ιρλανδό, ο οποίος τα τελευταία 10 – 15 συναπτά καλοκαίρια στήνει σε αυτό το συγκεκριμένο κάμπινγκ τη σκηνή του.

Επίσης, γνωρίσαμε από κοντά τον κόσμο που ταξιδεύει με τα τεράστια λεωφορεία που είχαμε συναντήσει σχεδόν παντού στην Αφρική. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μεγάλα λεωφορεία, νταλίκες ή ακόμα και φορτηγά ψυγεία, τα οποία έχουν τροποποιηθεί με όποιον τρόπο μπορεί να φανταστεί κάποιος, ώστε να ικανοποιήσουν με ευρηματικό τρόπο τις ανάγκες 10 – 20 ατόμων. Κουζίνα, κρεβάτια, δεξαμενές πόσιμου νερού, δυνατοί προβολείς για αυξημένη ορατότητα, αποθηκευτικοί χώροι και πολλά άλλα.

Μπορεί κανείς να ταξιδέψει με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο στην Αφρική, αλλά και σε άλλους προορισμούς όπως Λατινική Αμερική και Νοτιοανατολική Ασία. Το κόστος είναι συχνά αρκετών χιλιάδων ευρώ για μια περιπέτεια 3 – 4 εβδομάδων, αλλά προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία, καθώς οι επιβάτες δημιουργούν ένα είδος κινητής κοινότητας που εξερευνά οδικώς αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα, συνοδευόμενοι πάντα από έμπειρους ταξιδιωτικούς οδηγούς.

Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε πολύ νωρίς το πρωί, αλλά μάλλον μάταια, αφού ήδη από τις 10 η ώρα ο ήλιος ήταν απίστευτα δυνατός. Εγκαταλείψαμε αμέσως την ιδέα του ποδηλάτου(!) και κανονίσαμε με ένα ταξί να δούμε τα πιο σημαντικά αξιοθέατα ανάμεσα πραγματικά από ένα πλήθος αναρίθμητων μνημείων. Η περιοχή του Λούξορ είναι από τις πιο σημαντικές για την αρχαία Αίγυπτο, καθώς περιλαμβάνει την Κοιλάδα των Βασιλέων, την Κοιλάδα των Βασιλισσών και τους τάφους των ευγενών.

Πρόκειται για τη Νεκρόπολη των Θηβών, της για πολλούς αιώνες πρωτεύουσας της αρχαίας Αιγύπτου. Μετά τους τάφους του Tuthmosis III, του Ramses I, του Merneptah, της Amunherkhepshef και αμέτρητων άλλων φαραώ, επισκεφθήκαμε τον εντυπωσιακό ναό της Hatsepsut, όπου ξεπηδούσε επιβλητικός μέσα από ένα βραχώδες σεληνιακό τοπίο.

Η όλη διαδρομή στη δυτική όχθη του Λούξορ ήταν γενικά ένα ταξίδι στην ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου. Βλέπαμε από κοντά όσα είχαμε φανταστεί από τα σχολικά βιβλία και σαν σύγχρονοι Ιντιάνα Τζόουνς εξερευνούσαμε τους υπόγειους λαβυρίνθους των αρχαίων τάφων, επιμελώς κρυμμένους σε ένα αχανές και άγονο τοπίο. Η μέρα τελείωσε με μια δροσιστική βαρκάδα με φελούκα μέχρι το Banana Island. Οι φελούκες είναι μικρές βάρκες, που κινούνται αποκλειστικά με το πανί τους.

Σε κάποια φάση σκεφτήκαμε να ταξιδέψουμε με φελούκα έως την επόμενη στάση, το Ασουάν, αλλά στην επιστροφή αλλάξαμε γνώμη καθώς είχε πέσει ο άνεμος και κολλήσαμε στη μέση του Νείλου για πάνω από μια ώρα περιμένοντας να έρθει μια βάρκα με μοτέρ να μας μαζέψει!

Ασσουάν

Ο επόμενος σταθμός ήταν το Ασσουάν και ο σκοπός επίσκεψης σχεδόν όλων εκεί ήταν οι ναοί του Αμπού Σίμπελ, γνωστοί για τα κολοσσιαία αγάλματα που έχουν λαξευμένα στην είσοδό τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύο βραχώδεις λόφους ύψους περίπου 60 μέτρων, οι οποίοι έχουν λαξευτεί και διαμορφωθεί σε ναούς (ένας του Ramses II και ένας της Nefertari) με πλήθος διαδρόμων και δωματίων.

Η αρχική τους τοποθεσία ήταν στις όχθες του Νείλου 280 χιλιόμετρα από το Ασσουάν και μόλις 40 από τα σύνορα με το Σουδάν, στην αρχαία περιοχή της Νούμπια. Ωστόσο, όταν στη δεκαετία του ’60 αποφασίστηκε να κατασκευαστεί το φράγμα του Ασουάν, οι δύο αυτοί ναοί θα βυθίζονταν κάτω από τα νερά της τεχνητής λίμνης Νασέρ, που θα δημιουργούνταν.

Ετσι, ύστερα από μια ιστορικής σημασίας μεγάλη προσπάθεια και κάτω από την εποπτεία και συγχρηματοδότηση της UNESCO, οι δύο λόφοι κόπηκαν σε κομμάτια και μεταφέρθηκαν ένας-ένας στις «νέες» ανυψωμένες όχθες του Νείλου. Η μεταφορά μάλιστα είχε τέτοια επιτυχία που η σχετική θέση του ναού να παραμείνει σε σχέση με τον ήλιο ίδια, έτσι ώστε στις 20 Φεβρουαρίου και 20 Οκτωβρίου (με απόκλιση μία ημέρα), η πρώτη ακτίνα του ηλίου να μπαίνει στο ναό φωτίζοντας όπως και πριν την τοιχογραφία στο βάθος του, αφήνοντας στο σκοτάδι μόνο το άγαλμα του θεού Ptah, του θεού του κάτω κόσμου.

Στο hostel στο Ασσουάν μάς πήρε πάνω από 1 – 2 ώρες για να καταλάβουμε πώς κανείς μπορεί να επισκεφθεί τους ναούς του Αμπού Σίμπελ. Η ώρα ήταν 12 το μεσημέρι και ο υπεύθυνος του hostel μάς εξηγούσε με λίγες λέξεις αγγλικών ότι φεύγουμε στις 3. Υπολογίζοντας ότι τα 280 χιλιόμετρα μέχρι εκεί θα έπαιρναν 4 με 5 ώρες, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε νόημα. Τελικά, αφού καταναλώσαμε εκ νέου αρκετούς χυμούς, μάθαμε και την αλήθεια.

Η αναχώρηση δεν ήταν στις 3 το μεσημέρι, αλλά στις 3 το βράδυ! Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε διάφορους τουριστικούς προορισμούς από φανατικές ισλαμικές ομάδες, η κυβέρνηση αποφάσισε να εφαρμόσει μέτρα ασφαλείας. Ετσι, ανεξάρτητα από το ποιο ξενοδοχείο θα κανόνιζε την επίσκεψη, όλα τα πούλμαν και τα βανάκια ξεκινούσαν μαζί κομβόι με τη συνοδεία του στρατού.

Δεν το πίστευα μέχρι να το δω. Και πράγματι, κατά τις 3 το βράδυ, ο στρατός έκανε την εμφάνισή του σε πλήρη εξάρτυση. Ηταν μια άκρως σουρεαλιστική σκηνή, η οποία αρχικά σου έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας, το οποίο έχανες όμως αμέσως μετά, αφού η διαδρομή εξελίχθηκε σε μια αδυσώπητη κούρσα ταχύτητας/θανάτου μεταξύ όλων των οχημάτων, πολιτικών και στρατιωτικών.

Μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο σκόνης έβλεπες ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής τα κόκκινα φώτα του προπορευόμενου αυτοκινήτου, ενώ οι στρατιώτες βίωναν ένα είδος παράξενου λούνα παρκ στις καρότσες των φορτηγών. Εν τέλει, και με τη βοήθεια του ύπνου, φτάσαμε και θαυμάσαμε από κοντά όχι μόνο τους ναούς του Αμπού Σίμπελ, αλλά και τα άλλα αξιοθέατα που υπήρχαν στη διαδρομή, όπως το φράγμα του Ασουάν, ο μυστηριώδης ημιτελής Οβελίσκος και ο ναός του Philae.

Όαση της Σίβα

Μετά μια εβδομάδα στα νερά του Νείλου, η επόμενη εξερεύνησή μας ήταν κάπως παρορμητική, αφού ακολουθήσαμε τυφλά τις συμβουλές δύο Νοτιοαφρικανών που έκαναν το γύρο της Αφρικής με μοτοσικλέτες (τα τελευταία δυόμισι χρόνια!) για μια διαδρομή στη Σαχάρα και πιο συγκεκριμένα στην Όαση της Σίβα. Η λέξη και μόνον, «όαση», ήταν αρκετή για να μας πείσει, πόσω μάλλον στη Σίβα, για ένα από τα πιο μυστηριώδη μέρη της αρχαίας Αιγύπτου όπου ακόμα και ο Μέγας Αλέξανδρος επισκέφτηκε πριν ακολουθήσει το δρόμο μέχρι τις Ινδίες. Βέβαια, μια διαδρομή από τα σύνορα του Σουδάν μέχρι το Κάιρο, από εκεί στην Αλεξάνδρεια και μετά έως τα σύνορα με τη Λιβύη ήταν μεγάλη υπόθεση ακόμα και με σύγχρονα μέσα μεταφοράς.

Τελικά, ένα μεσημέρι, έπειτα από αρκετές ημέρες σε λεωφορεία, τρένα και σταθμούς φτάσαμε στην Οαση της Σίβα. Ηταν μια ασυνήθιστη εικόνα, καθώς η όαση δεν είναι αυτό που δείχνουν οι ταινίες του Χόλιγουντ, δηλαδή μια μικρή λίμνη με νερό, 2 – 3 σκηνές, χαμογελαστές καμήλες και μερικούς φοίνικες για σκιά. Στην πραγματικότητα οι οάσεις είναι μεγάλες εύφορες, ένυδρες περιοχές μέσα στην έρημο, τόσο μεγάλες που ολόκληρες πόλεις μπορούν να χτιστούν γύρω τους.

Στη Σίβα ζουν γύρω στους 25.000 κατοίκους και στο κέντρο αυτής της μικρής πόλης δεσπόζουν τα ερείπια του κάστρου της. Φτιαγμένο από ένα μείγμα λάσπης και κομματιών αλατιού από τη γειτονική λίμνη, το κάστρο έφτανε μέχρι και τους πέντε ορόφους, προστατεύοντας τους κατοίκους της όασης από τους εισβολείς. Ωστόσο, τρεις απροσδόκητες ημέρες βροχής το 1926 ήταν αρκετές για να καταστρέψουν το μεγαλύτερο μέρος του.

Οι μέρες στη Σίβα περνούσαν πολύ ήρεμα, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόγραμμα, αν εξαιρέσει κανείς την επίσκεψη με το ποδήλατο μέχρι το Μαντείο, το ανέβασμα στο κάστρο, τις βόλτες στο φοινικόδασος, τα καθημερινά παζάρια με τους μαγαζάτορες της πλατείας και τις γαστρονομικές εξερευνήσεις της τοπικής κουζίνας. Και μόνο όταν μαζευτήκαμε αρκετός κόσμος στο hostel κλείσαμε μια διήμερη εκδρομή μέσα στο Great Sand Sea. Το Great Sand Sea, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι μια απέραντη «θάλασσα» αμμολόφων, με ποικίλα σχήματα και μεγέθη. Ο μακρύτερος μάλιστα φτάνει τα 180 χιλιόμετρα μήκος. Η διαδρομή ήταν πραγματικά μια αξέχαστη εμπειρία και μας έδωσε την πλήρη αίσθηση της περιπέτειας της ερήμου. Κάπου στα μισά σταματήσαμε σε έναν από τους υψηλότερους αμμόλοφους της περιοχής για «sandboard», παραλλαγή του γνωστού χειμερινού snowboard, όπου με μια σανίδα κάνεις σλάλομ γλιστρώντας όχι στα χιόνια, αλλά στη λεπτή άμμο της ερήμου.

Η «ελλιπής» οργάνωση της εκδρομής, βέβαια, δεν προέβλεπε για «λιφτ», οπότε κάθε σλάλομ συνοδευόταν και από ένα βασανιστικό 20λεπτο ανέβασμα του αμμολόφου. Περάσαμε επίσης από θερμές πηγές, ενώ δροσιστήκαμε και στα διάφανα νερά παγωμένων νερόλακκων που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας. Ηταν πραγματικά αδύνατον να διανοηθεί κανείς την ύπαρξη τόσου νερού στην καρδιά της Σαχάρας. Το απόγευμα φτάσαμε σε μια πρόχειρη κατασκήνωση και μετά από ένα τυπικό γεύμα καταλήξαμε γύρω από τη φωτιά κάτω από τον πιο φωτεινό έναστρο ουρανό που είχα ποτέ δει.

Ήταν σίγουρα μια εμπειρία χωρίς προηγούμενο, που δεν θα τη ζούσαμε αν δεν ακούγαμε τα επίμονα λόγια των Νοτιοαφρικανών μοτοσικλετιστών και δεν κοιμόμασταν αρκετές ημέρες σε λεωφορεία και τρένα. Οι εκπλήξεις, ωστόσο, δεν τέλειωσαν εκεί, αφού την άλλη ημέρα το πρωί διαπιστώσαμε πως στο πίσω μέρος της κατασκήνωσης υπήρχε μια μικρή λίμνη με νερό από θερμές πηγές. Μετά την πρωινή βουτιά πήραμε το δρόμο της επιστροφής, που δυστυχώς δεν θα σταματούσε στη Σίβα, αλλά στο Κάιρο, από όπου θα ξεκινούσε το τελευταίο κομμάτι αυτού του ταξιδιού: το Σινά και οι ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.

Mέρος 2ο

To μεγάλο ταξίδι στην Αφρική πλησιάζει στο τέλος του. Τελευταίοι σταθμοί πριν από την επιστροφή στην Ελλάδα, η Μονή του Σινά και η Ερυθρά Θάλασσα.

Μετά το Νείλο και την όαση της Σίβα, επιστρέψαμε στο Κάιρο, για να προετοιμάσουμε την αναχώρησή μας για το τελευταίο κομμάτι αυτού του ταξιδιού, τη Μονή του Σινά και την Ερυθρά Θάλασσα. Περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους του Καΐρου, σκεφτόμουν πως, τελικά, ακόμη και τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνουν μια μέρα στο τέλος τους. Θυμόμουν μάλιστα πως στην αρχή, στο Κέιπ Τάουν, δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή να αναχωρήσω, για να βλέπω αυτήν τη μακριά γραμμή να διαγράφεται στο χάρτη, από το Κέιπ Τάουν ώς το Κάιρο, και τώρα ήμουν ήδη στον τελευταίο σταθμό.

Αυτά όλα τα ξέχασα αμέσως όταν στο hostel κατέφτασαν τρεις νέες αφίξεις από Αθήνα, ο Πάνος, η Νατάσσα και ο Δήμος, για να ενδυναμώσουν την ομάδα. Βλέποντας τον ενθουσιασμό για εξερεύνηση, μπήκα και εγώ μεμιάς στο κλίμα, σαν να είχα φτάσει μόλις τώρα. Επειτα από μια οργάνωση, που μας πήρε 2 – 3 ημέρες, ξεκινήσαμε για τον πρώτο μας σταθμό, τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης

Πρώτη φορά που είχα διαβάσει για τη Μονή του Σινά ήταν σε διηγήσεις του Καζαντζάκη, ο οποίος, ξεκινώντας από το Κάιρο και αλλάζοντας κάθε μεταφορικό μέσο, έφτασε τελικά, ύστερα από μέρες, με καμήλες μπροστά στην πόρτα του μοναστηριού.

Από τότε αυτό το ταξίδι είχε πάρει, κατά κάποιον τρόπο, μυθικές διαστάσεις μες στο μυαλό μου. Εμείς βέβαια πήραμε το λεωφορείο, αλλά αυτό δεν σήμαινε αυτόματα ότι ήταν λιγότερο περιπετειώδες. Ηδη από τις ημέρες στο Κάιρο, είχαμε διαπιστώσει την παράξενη συνήθεια των οδηγών στην Αίγυπτο να χρησιμοποιούν τα φώτα κατά τη νυχτερινή οδήγηση ΜΟΝΟ για να ειδοποιήσουν το επερχόμενο όχημα. Ετσι, αφού περάσαμε το Σουέζ και άρχισε να σκοτεινιάζει, η διαδρομή μετατράπηκε σε ένα εφιαλτικό λούνα παρκ, όπου από πολύ κοντινή απόσταση οι οδηγοί του αντίθετου ρεύματος μας «έπαιζαν» τα φώτα! Τελικά, και με τη βοήθεια του ύπνου, φτάσαμε σχετικά γρήγορα στο Σινά. Πού θα μέναμε;

Ευτυχώς, είχαμε μεριμνήσει επιμελώς γι’ αυτό. Ενας φίλος μας, που τα τελευταία -αρκετά- χρόνια δούλευε ως δύτης στις τουριστικές περιοχές της Ερυθράς Θάλασσας και το χειμώνα του τον έβγαζε κάπου μεταξύ Σίβα και Σινά, μας είχε φέρει σε επαφή με κάποιους από τους μοναχούς, και έτσι είχαμε κανονίσει να κοιμηθούμε μέσα στο μοναστήρι. Μοναδική εξαίρεση ήταν η Νατάσσα, η οποία θα κοιμόταν σε ξεχωριστό κοιτώνα έξω από τη μονή. Αφού περάσαμε τη μικρή πόρτα, οδηγηθήκαμε στον ξενώνα. Ηταν μια πραγματικά ιδιαίτερη αίσθηση.

Το άλλο πρωί διαπιστώσαμε ακόμη περισσότερο το μέγεθος της ιστορικής σημασίας της Μονής της Αγίας Αικατερίνης. Η μονή χτίστηκε από τον Ιουστινιανό στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ. στο βιβλικό σημείο της Φλεγομένης Βάτου και στους πρόποδες του όρους του Σινά, από όπου ο Μωυσής παρέλαβε τις δέκα εντολές της Παλαιάς Διαθήκης.

Είναι το παλαιότερο χριστιανικό μοναστήρι παγκοσμίως – με συνεχή μάλιστα λειτουργία, ενώ έχει τη δεύτερη πλουσιότερη βιβλιοθήκη χειρογράφων μετά το Βατικανό. Ενα μέρος των πιο παλιών χειρογράφων βρέθηκαν τυχαία, όταν έπειτα από κάποια πυρκαγιά χρειάστηκε να γκρεμίσουν έναν τοίχο.

Αστειευόμενοι οι μοναχοί, μας είπαν πως, αν κάποιο έγγραφο δεν είναι παλιό, πριν δηλαδή από το 1000 μ.Χ., δεν του δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Ανάμεσα στους θησαυρούς του είναι και μερικές αγιογραφίες που βλέπαμε για χρόνια στα βιβλία των Θρησκευτικών στο σχολείο. Οι πιο γνωστές είναι η αγιογραφία του Χριστού του Παντοκράτορα και η «Κλίμαξ», η οποία απεικονίζει τη γνωστή κλίμακα του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη. Η μακροβιότητα της μονής και η αρμονική συμβίωσή της με τον αραβικό κόσμο έχει εξηγηθεί από πολλούς από την ύπαρξη χειρογράφου, υπογεγραμμένου από τον ίδιο τον Μωάμεθ, το οποίο ορίζει όχι μόνο την αποδοχή της χριστιανικής μονής, αλλά και της προστασίας της. Το γνήσιο έγγραφο εστάλη στον Τούρκο σουλτάνο Σελίμ Α΄ το 1517, ο οποίος τους έδωσε ένα πιστό αντίγραφο που εκτίθεται μέχρι και σήμερα στο μουσείο της μονής.

Πέρα από τους θησαυρούς της, η Μονή του Σινά είναι ένα θρησκευτικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας και οι συζητήσεις με τους μοναχούς είναι μια μοναδική εμπειρία από μόνη της. Ελληνικής υπηκοότητας στη συντριπτική πλειονότητα, ο καθένας από αυτούς ήρθε από διαφορετικά σημεία της Ελλάδας μέχρι εδώ κουβαλώντας τη δική του ιστορία. Μας μίλησαν για τους επισκέπτες της μονής και τις συνθήκες υπό τις οποίες επιβίωσε το μοναστήρι κάτω από διαφορετικούς κυρίαρχους της χερσονήσου του Σινά. Ακριβώς απέναντι, έξω από τα τείχη, μονάζει ο πάτερ Μωυσής ο οποίος έχει, εδώ και χρόνια, χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με την κοινότητα που ζει στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι.

Έχει δημιουργήσει μικρά εργαστήρια υφαντουργίας και, με τα κέρδη από τα αναμνηστικά που αγοράζουν οι επισκέπτες, ενισχύει και στηρίζει την κοινότητα των βεδουίνων. Η λέξη «βεδουίνος» θα πει στα αραβικά «ο άνθρωπος που ζει στη φύση» και οι βεδουίνοι γύρω από τη Μονή του Σινά έχουν τη δική τους ξεχωριστή ιστορία. Οταν ο Ιουστινιανός έχτισε τη μονή, εγκατέστησε γύρω της μια κοινότητα από 200 οικογένειες από τον Πόντο και την Αλεξάνδρεια, για να φυλάσσουν και να βοηθούν τους μοναχούς. Οι σημερινοί βεδουίνοι θεωρούνται απόγονοι αυτών των οικογενειών και αποτελούν τη μία από τις έξι φυλές των βεδουίνων του Σινά, τη φυλή των Ορεινών (Γκεμπελία).

Στην κορυφή του όρους Σινά

Ως αναμενόμενο, δεν καταφέραμε να ξυπνήσουμε κατά τις 4 – 5 το πρωί, για να ανεβούμε στην κορυφή του Σινά. Το πρωινό αυτό ξύπνημα είναι απαραίτητο όχι μόνο γιατί ανταμείβει με την υπέροχη θέα της ανατολής του ήλιου, αλλά γιατί αποφεύγεις και το σφυροκόπημα της ζέστης.

Ωστόσο, απτόητοι σηκωθήκαμε κατά τις 11 και έπειτα από ένα καλό πρωινό ξεκινήσαμε για την κορυφή κάτω από έναν αδυσώπητο ήλιο. Στο μονοπάτι συναντήσαμε ορδές επισκεπτών που είχαν καταφέρει να σηκωθούν εγκαίρως και διαπιστώσαμε ότι ίσως ήταν καλύτερα που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Ανθρωποι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, Ελληνες, Ρώσοι, Ουκρανοί, Φιλιππινέζοι, Αιθίοπες, Νοτιοαφρικανοί μέχρι και έναν συμμαθητή μου από το φροντιστήριο αγγλικών συνάντησα στο κατέβασμα!

Επειτα από μιάμιση ώρα χαλαρής πεζοπορίας, φτάσαμε στη βιβλική κορυφή του Σινά από όπου ο Μωυσής παρέλαβε τις δέκα εντολές. Το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας είχε κλείσει και ήμασταν οι μοναδικοί πάνω στην κορυφή, αλλά, όπως μας είπε και ένας βεδουίνος που έμενε λίγο πιο κάτω με την οικογένειά του, αυτή ήταν η καλύτερη ώρα, γιατί κατά το χάραμα γίνεται το αδιαχώρητο, δεν βρίσκεις βραχάκι να στηριχτείς. Η θέα ήταν άκρως εντυπωσιακή· ένα πέλαγος κατάξερων γρανιτένιων κορυφών χωρίς ίχνος βλάστησης, σαν το πράσινο χρώμα να μην είχε ανακαλυφθεί εκεί.

Κάτσαμε αρκετές ώρες στην κορυφή πιάνοντας την κουβέντα με τον βεδουίνο, ο οποίος ήταν πολύ φιλόξενος και χαλαρός πάρα το γεγονός ότι έμενε σε ένα από τα πιο τουριστικά μέρη της Αιγύπτου. Μας μίλησε για τη ζωή εκεί, την αρμονική σχέση μεταξύ των μουσουλμάνων της περιοχής και της μονής και, αφού μοιραστήκαμε ένα γεύμα που είχαμε φέρει μαζί μας, μας ξεπροβόδισε μέχρι την αρχή του μονοπατιού.

Κατεβαίνοντας, είχαμε πάρει κάτι από τη γαλήνη του τοπίου και τη χαλάρωση που μπορεί αυτό να σου δώσει. Εντυπωσιακή στιγμή είναι όταν στα τελευταία λεπτά της κατάβασης, η μονή ξεπροβάλλει μέσα από τους βράχους σε ένα ξερό και άγονο τοπίο.

Το απόγευμα, με τη βοήθεια των μοναχών, επισκεφτήκαμε έναν ανακαινισμένο οικισμό βεδουίνων και είδαμε από κοντά τι συμβαίνει όταν η αρχιτεκτονική είναι αισθητικά εναρμονισμένη με το φυσικό περιβάλλον. Σπίτια φτιαγμένα από πλίνθους και πέτρα κρατούσαν μια πολύ δροσερή ατμόσφαιρα ακόμη και όταν έξω η θερμοκρασία ήταν απαγορευτικά υψηλή, ενώ από μακριά μετά βίας μπορούσες να τα διακρίνεις μέσα από το τοπίο.

Στις ακτές της ερυθράς θάλασσας

Επειτα από σχεδόν μία εβδομάδα στο Σινά, είδαμε τις ημέρες να περνούν γοργά και μας έμενε μόλις άλλη μία για να εξερευνήσουμε τις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Τελικά, καταφέραμε να ξυπνήσουμε όλοι εγκαίρως και πήραμε το λεωφορείο για το Ντάχαμπ. Αποφύγαμε το δημοφιλές Σαρμ-ελ-Σέικχ, κυρίως γιατί όλοι το περιέγραφαν σαν το υπερτουριστικό μέρος που επισκέπτεται όλη η βόρεια Ευρώπη, κάτι σαν το δικό μας Φαληράκι της Ρόδου ή τη Χερσόνησο της Κρήτης.

Το Ντάχαμπ ήταν αρκετά πιο ήρεμο, αλλά είχε και ένα λόγο παραπάνω να το επισκεφτείς. Βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από το Blue Hole, ένα από τα πιο διάσημα σημεία καταδύσεων παγκοσμίως. Τις πρώτες ημέρες αφεθήκαμε στους χαλαρούς-δροσιστικούς ρυθμούς της πόλης και κατόπιν μπήκαμε σε κάποιο πρόγραμμα ξεκινώντας με το Blue Hole. Κάνοντας αρκετά παζάρια στο δρόμο, κανονίσαμε τελικά σε καλή τιμή μια εκδρομή μέχρι την παραλία και τον αντίστοιχο εξοπλισμό για snorkelling, δηλαδή μάσκες, βατραχοπέδιλα και αναπνευστήρες.

Δεν επενδύσαμε σε καταδύσεις, μια και ήταν ιδιαίτερα ακριβές και, όπως μας είπαν οι περισσότεροι, η εμπειρία ήταν το ίδιο σαγηνευτική είτε βουτούσες στο ένα μέτρο είτε βουτούσες στα δέκα. Και όντως αποδείχτηκε μεγάλη αλήθεια. Βουτώντας από την άκρη της παραλίας, βρισκόσουν ξαφνικά σε έναν απίστευτο κόσμο «αναζητώντας το Νέμο»! Εκατοντάδες πολύχρωμα ψάρια κάθε σχήματος και χρώματος σε περικύκλωναν χαζεύοντάς σε με το ίδιο βλέμμα που τα χάζευες κι εσύ. Κάνοντας βαθύτερες βουτιές, μπορούσες να δεις μια απίστευτη πολιτεία να συνωστίζεται πάνω στο βράχο: κοράλλια, πολύχρωμα λουλούδια της θάλασσας, μικροσκοπικά ψάρια που έβρισκαν καταφύγιο εκεί και τους επίδοξους κυνηγούς τους να στήνουν καρτέρι.

Αφού μουλιάσαμε αρκετές ώρες στο νερό, βγήκαμε να απολαύσουμε ένα τσάι στις μαξιλάρες ενός καφέ της παραλίας. Δυστυχώς, δεν καθίσαμε πολύ, γιατί είχε αρχίσει να απογευματιάζει και είχαμε μείνει οι μόνοι επισκέπτες σε όλο το μέρος. Ο οδηγός άρχισε να μαζεύει τα πράγματα, και έτσι τελικά φύγαμε άρον-άρον. Στο δρόμο, ο οδηγός μάς γκρίνιαξε λίγο για την καθυστέρηση, αλλά μετά τα ξεχάσαμε όλα, αφού βγήκαμε εν τέλει γείτονες με τον αδελφό του που ζει εδώ και πολλά χρόνια στο… Μεταξουργείο!

Μας είχε μείνει μόνο μιάμιση ημέρα ελεύθερη και σκεφτήκαμε να απαγκιστρωθούμε από το Ντάχαμπ για να πάμε μερικές ώρες βορειότερα, στο Ταραμπίν, και πραγματικά δικαιωθήκαμε γι’ αυτή την επιλογή μας. Το Ταραμπίν είναι ένα πανέμορφο χωριό δίπλα στην παραλία που ζει αποκλειστικά από τους επισκέπτες του, κυρίως από το Ισραήλ. Μείναμε στις ψάθινες καλύβες του Soft Beach, μοναδικοί του ένοικοι, σε μια τοποθεσία που θύμιζε παλιές διαφημίσεις του Bacardi.

Είχε μάλιστα ξέχωρα στην παραλία και ένα σαλόνι από μαξιλάρες και στέγη από φοινικιές που σε παγίδευε σε μία και μόνη διαδρομή, από τις μαξιλάρες του σαλονιού στη θάλασσα και πάλι πίσω! Την άλλη μέρα καταφέραμε να «δραπετεύσουμε» από την έλξη του Soft Beach και να πάρουμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής για το αεροδρόμιο του Καΐρου.

Μοναδική στάση στο παζάρι του Αλ-Χαλίλι, για να ξοδέψουμε και τις τελευταίες μας οικονομίες. Δεν ξέρω πώς, αλλά με ένα πλατύ χαμόγελο στον πάγκο του check-in καταφέραμε να περάσουμε χωρίς να χρειαστεί να πληρώσουμε για υπέρβαρο, γεγονός που σήμαινε πως θα έπρεπε να δωρίσουμε μερικά από τα σουβενίρ στους άλλους επιβάτες του αεροδρομίου!

Επιστροφή στην Αθήνα

Παίρνοντας το λεωφορείο από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» για Σύνταγμα, είχα την αστεία αίσθηση πως ήμουν σε μία ακόμη στάση αυτού του ταξιδιού, κάτι σαν να έπρεπε να βρω δρομολόγια, hostel, προτεινόμενα αξιοθέατα, κ.λπ. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι είχα ξεκινήσει από το Κέιπ Τάουν και ήμουν πάλι στην Αθήνα. Είχε περάσει τόσος καιρός και ήμουν πίσω σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Κι όμως, κάτι είχε αλλάξει, έβλεπα στο λεωφορείο, στο δρόμο όλον αυτόν τον κόσμο από Αίγυπτο, Νότια Αφρική, Μοζαμβίκη και μπορούσα να διακρίνω τις διαφορές τους, στη γλώσσα, στην κουλτούρα, στις συνήθειες, δεν ήταν πια κάτι ενιαίο, κάτι άγνωστο. Ο καθένας είχε το δικό του ξεχωριστό χαμόγελο, το χαμόγελο της Αφρικής.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας