Σίριαλ χωρίς σασπένς…

Ατέλειωτα είναι τα σίριαλ αυτής της κρίσης -και αφάνταστα κακογυρισμένα, αφού οι σεναριογράφοι ξέρουν ότι μπορούν να βασίζονται πάντα στην αδύναμη μνήμη μας και στην εσωτερική μας άρνηση να τα παρακολουθήσουμε προσεκτικά. Το τελευταίο εξάμηνο παίζουν σε καθημερινή βάση, με μερικά σύντομα διαλλείματα σεισμών, πνιγμών, αποδράσεων και δολοφονιών, το σίριαλ «διαπραγμάτευση με την τρόικα» και το σίριαλ «τρίτο πακέτο».

Τόνοι μελάνης ξοδεύονται για βαθυστόχαστες αναλύσεις, κάθε λέξη που γράφεται σε οποιοδήποτε ξένο μέσο, κατά προτίμηση γερμανικό, μεταφράζεται με ευλάβεια και ερμηνεύεται εξαντλητικά, με κυρίαρχο, όμως, γνώμονα τι συμφέρει στην κυβέρνηση και τι όχι. Είναι «δώρο» στο Σαμαρά η πρόταση Σόιμπλε για τρίτο πακέτο; Θα το σχεδιάσει για να τον στηρίξει προεκλογικά;

Θα συνοδεύεται ή όχι από τρίτο μνημόνιο; Κι αν δεν το λένε μνημόνιο, πώς θα το λένε, για να μπορέσουν να το ψηφίσουν οι κυβερνητικοί βουλευτές;

Τι θα πει η περήφανη δήλωση της κυβέρνησης ότι «δεχόμαστε να μας δανείσετε, αλλά χωρίς τον όρο νέων εισπρακτικών μέτρων, παρά μόνο διαρθρωτικών»; Μήπως τόσο καιρό «καίγονταν» οι Σαμαράς και σία να κάνουν διαρθρωτικές αλλαγές, αλλά το άφηναν για να έχουν κάτι να διαπραγματευτούν με τους εταίρους- δανειστές; Και ποιες είναι αυτές οι διαρθρωτικές αλλαγές; Περισσότερη «ευελιξία» σε μια αγορά εργασίας, που ουσιαστικά δεν υπάρχει;

Μόνο δύο ζητήματα είναι ξεκάθαρα σ’ αυτό το έργο. Πρώτον, και μόνο η συζήτηση για ένα τρίτο πακέτο, συνοδευόμενο είτε από μνημόνιο είτε από… καραμέλες, αποδεικνύει ότι και το δεύτερο απέτυχε. Και δεύτερον, το ότι ανοίγει αυτήν τη συζήτηση -εδώ και μήνες, από τον περασμένο Αύγουστο- ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, σημαίνει ότι θα το δώσουν. Και επειδή εν προκειμένω «πακέτο» σημαίνει «δάνειο», θα συνοδεύεται από εκείνους τους όρους που θεωρούν καλύτερους οι δανειστές για να πάρουν κάποτε τα λεφτά τους πίσω. Οι όροι που έβαλαν στο πρώτο και το δεύτερο αποδείχθηκαν κακοί και για τους ίδιους, αφού δεν διασφάλισαν ότι μπορεί η Ελλάδα κάποτε να τους ξεπληρώσει -πέρα από το ότι κατέστρεψαν ακόμη περισσότερο την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Εάν η κυβέρνηση ξόδευε λιγότερη ενέργεια για να πείσει τους Έλληνες ότι διαπραγματεύεται σκληρά και περισσότερη για να διαπραγματευτεί προς όφελος της χώρας κι όχι αποκλειστικά της επιβίωσης της, το σίριαλ «η χώρα μας έχει τα εχέγγυα να τα καταφέρει» θα είχε σασπένς. Τώρα δεν έχει, γιατί πλέον δεν μας πείθουν τα κούφια λόγια και οι φανφάρες, διότι πολύ απλά φτάσαμε στο απροχώρητο, ο κόσμος αγκομαχάει και υποσχέσεις δεν δύναται να έχουν αντίκρισμα, σε μία κοινωνία που έχει χορτάσει από υποσχέσεις.