Κάποτε στη Ζάκυνθο, αφού ως καλός γκαντέμης έμενα σε κάμπινγκ που πλημμύρισε, αναγκαστικά νοίκιασα δωμάτιο. Και όχι τίποτα άλλο, είχα ξεμείνει και από βιβλία. Ένας άγιος άνθρωπος τότε, φίλος παιδικός, βρέθηκε να μου δανείσει το «Κρυφό παράθυρο, μυστικός κήπος». Απρόθυμα λοιπόν ξεκίνησα να το διαβάζω.
Επρόκειτο για μια ιστορία μυστηρίου. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, ότι μου έμεινε χαραγμένη στη μνήμη για πάντα. Μπορώ να πω όμως το εξής: βιβλίο πιο γρήγορα στη ζωή μου δεν ματαδιάβασα ποτέ. Εάν η κλασική λογοτεχνία ή ακόμα και οι ιστορίες φαντασμάτων του 19ου αιώνα είναι ένα αργό γεύμα συνοδεία κόκκινου κρασιού, εκείνο το ανάγνωσμα ήταν ένα παράνομο χημικό σκεύασμα που σε έκανε να διαβάζεις σαν μουρλός.
Αυτή υπήρξε και η πρώτη μου επαφή με το γράψιμο του κ. Στίβεν Κινγκ. Του συμπαθούς αυτού μάστορα της pulp λογοτεχνίας και δη της «φανταστικής». Ενός ανθρώπου που χλευάζεται άδικα ακόμα και σήμερα για το έργο του. Πέρα όμως από τα 350 εκατομμύρια αντίτυπα που έχει πουλήσει, πέρα από τους αμετανόητους οπαδούς που έχει κερδίσει, πέρα από τη σεμνή (κατά την άποψή μου) στάση του, σε θέματα σεναριακής πλοκής θα μπορούσε να παραδώσει μαθήματα σε διάφορους αυτόκλητους «υψηλούς λογοτέχνες». Μια και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο τιτάνας του σινεμά, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, σε δικό του βιβλίο βάσισε την κορυφαία «Λάμψη» (1980) του.
Το γράψιμο του Κινγκ είναι απλό, απέριττο, εμπορικό, χομπίστικο. Με έναν λόγο που ρέει και δίνει βάση στο να εξελιχθεί η ιστορία στερούμενος άλλης ομορφιάς. Εκεί όμως είναι και η δύναμή του: στο story. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το τελευταίο του βιβλίο ονόματι “Joyland” (εκδ. Bell-Χαρλένικ) με φόντο το απόκοσμο σύμπαν των λούνα-παρκ.
Είμαι σίγουρος πως οι φανατικοί αναγνώστες του πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Έχω δει άλλωστε βιβλιοθήκες ολόκληρες καταρτισμένες από δικά του βιβλία και μόνο. Όσοι όμως από εσάς δεν τον γνωρίζετε, θα σας πρότεινα κάτι πιο «κλασικό» του: Για δοκιμάστε το «Νεκροταφείο ζώων», για να δούμε αν μπορείτε να το αφήσετε από τα χέρια σας…
