Συναυτουργοί στο γράψιμο. Ομαδική γραφή

Συναυτουργοί στο γράψιμο. Ομαδική γραφή

Σημείωση: Το διήγημα αυτό είναι αποτέλεσμα συνεργατικής γραφής. Το πρώτο μέρος γράφτηκε από έναν και οι εναλλακτικές εκδοχές του φινάλε γράφτηκαν από 5 άτομα, δίχως να ξέρει ο ένας τι έχει γράψει ο άλλος.

Τετάρτη βράδυ, έξω παγωνιά, άλλη μια αδιάφορη νύχτα μέσα στη σούπα των αμέτρητων νυχτών που η Ντόροθυ περνούσε καρφωμένη στην επιβλητική δερμάτινη πολυθρόνα της. Κόντευαν εικοσιπέντε χρόνια που έλιωνε μέσα σε τούτους τους ψυχρούς τοίχους, αργυρή επέτειος, σχεδόν μια ολόκληρη ζωή.

«Αργυρή» επέτειος, βέβαια, τι άλλο θα σκεφτόμουν; Πάλι τον πούστη που μου κατέστρεψε τη ζωή σκέφτομαι, φυσικό είναι. «Σας προσκαλούμε στο γάμο των παιδιών μας, Αργύρη & Δωροθέας, που θα λάβει χώρα στον Ιερό Ναό…» Που να μην έσωνα! Τέτοια τύφλα είχα που πήγα κι ερωτεύτηκα τον Αργύρη, το μοναχογιό του πεθαμενατζή της γειτονιάς. Και καλά να ‘ναι μέλλων νεκροθάφτης, αλλά να ‘ναι και τέτοιο αρχίδι από πάνω, δεν το ‘θελε ούτε ο θεός ούτε ο διάολος.

Κάποτε είχε προσπαθήσει να υπολογίσει με πόσους τρόπους είχε πέσει η σκιά της πάνω σε κάθε έναν από τους τέσσερις τοίχους του προθαλάμου του «Γραφείου Τελετών Καμάρης». Τόσα χρόνια, επί τόσες μέρες, επί τόσες ώρες. Πόσες μέρες να ήταν λιόλουστες; Από ποιες γωνίες χτύπαγε ο ήλιος; Μετά από κανένα μισάωρο ασυνάρτητων υπολογισμών συνειδητοποίησε ότι αν η σκιά της ήταν ταπετσαρία, θα είχε υπερκαλύψει κάθε χιλιοστό των τοίχων, ξανά και ξανά.

Είκοσι χρονών μπουμπούκι με πήρες και μ’ άφησες ενέχυρο εδώ μέσα που ‘χει κολλήσει σα λίγδα στους τοίχους η μυρωδιά των τριαντάφυλλων που σαπίζουν. Για να μου θυμίζεις συνέχεια την καταδίκη μου. Λες και το ‘χες προγραμματισμένο: δεν πρόλαβε να χρονίσει το δεύτερο παιδί και την είχες ήδη κοπανήσει. Τι να το κάνω εγώ που ανέλαβε ο πατέρας σου ο ίδιος να καθαρίσει; «Αποκατεστημένη» έμεινα τρομάρα μου, αλλά η αποκατάσταση δε δίνει δράμι χαράς.

Ο κύριος Χρόνης Καμάρης που δε σήκωνε και πολλά – πολλά, έγινε έξαλλος μόλις πληροφορήθηκε την εξωσυζυγική σχέση του μοναχογιού του με την παρδαλή. Και να ήταν μόνο «σχέση», ο γέρος θα έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και θα τα κουκούλωνε τα πράγματα. Έλα όμως που ο άξιος υιός είχε εγκαταλείψει τη νόμιμη σύζυγό του με ένα δίχρονο κοριτσάκι και ένα ακόμα βυζανιάρικο μωρό, και είχε ήδη μετακομίσει στης αλληνής! Το σκάνδαλο είχε ξεσπάσει και δε γινόταν τίποτα πια. Τον συνάντησε άπαξ και του ζήτησε να επιστρέψει στην οικογένειά του. Ο Αργύρης κάτι μουρμούρισε πώς χρειάζεται λίγο χρόνο, αλλά ο γέρος του είχε ήδη γυρίσει την πλάτη. «Από τούτη τη στιγμή να ξεχάσεις ότι έχεις πατέρα, μάνα, γυναίκα και παιδιά. Δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου όσο ζω».

Και καλά όσο ζούσε ο πεθερός μου. Δούλευε ο άνθρωπος και μας έθρεφε, τι να έκανα μόνη γυναίκα με δυο μωρά; Αλλά πάνω στον πέμπτο χρόνο που μας είχε αφήσει ο προκομμένος, τα τίναξε ο γέρος. Στη διαθήκη του ήταν σπαθί, όλα στα παιδιά τα άφηνε, μ’ εμένα διαχειρίστρια ώσπου να ενηλικιωθούν, δε λέω, αλλά με έβαλε στο λούκι: να πουλούσα την επιχείρηση θα απέδιδε ψίχουλα, σοφότερο θα ήταν να τη δουλέψω εγώ – αυτό μου είπαν όλοι. Ήταν και το γαμώτο στη μέση. Η λεγάμενη του μαλάκα του Αργύρη είχε μαγαζί – και τι μαγαζί, με παιδικά είδη, αυτό είναι για να γελάς, από τους πεθαμένους στα βρέφη πήγε ο λεβέντης μου – έβαφε κάθε μέρα το νύχι στην τρίχα και στρογγυλοκάθιζε τον κώλο της στην «επιχείρηση». Το ‘βαλα αμέτι μουχαμέτι, γιατί δηλαδή, αυτή ήταν καλύτερή μου; Μια χαρά θα τα κατάφερνα κι εγώ – άλλωστε οι πεθαμένοι δεν έχουν φωνή να διαμαρτυρηθούν για τίποτα.

Το Γραφείο Τελετών Καμάρης συνεργαζόταν εκείνη την περίοδο με τέσσερις άρρενες – τα γνωστά μαυροφορεμένα κοράκια. Έναν οδηγό, δύο γενικών καθηκόντων και έναν – πώς να το πούμε εύσχημα; – στυλίστα νεκρικής εμφάνισης ούτως ειπείν! Ο «στυλίστας» ήταν μάλλον αδελφή αν και δεν το έκραζε. Ο οδηγός ήταν τόσο γέρος που έβαζε στοίχημα με τη ζωή κάθε μέρα αν θα κάθεται πίσω απ’ το τιμόνι, ή στο πίσω κάθισμα ο ίδιος… Το ένα κοράκι ήταν οικογενειάρχης που προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα με ένα περιστασιακό ψωρομεροκάματο. Το άλλο κοράκι όμως ήταν ενδιαφέρουσα περίπτωση, τουλάχιστον για την Ντόροθυ, η οποία ένιωθε μια ακαταμάχητη έλξη για όσους ανέδιδαν μια αύρα αλητήριου και τυχάρπαστου υποκειμένου.

Ο Στράτος. Φοβερός άντρας. Ο κα-λυ-τε-ρό-τε-ρος που θα ‘λεγε κι ο γιος μου! Τι να φτουρήσει ο Αργύρης μπροστά του! Αυτός ήταν να σε βάλει κάτω να σε τρελάνει… Απαπαπα, αλίμονο αν το μάθαινε ποτέ κανείς αυτό! Λαχτάρησα μήπως με είχαν πάρει χαμπάρι μια φορά που τα παιδιά βλέπανε μια ταινία με κάτι ξετσίπωτους που βαφόντουσαν και το έκαναν μέσα σε φέρετρα. Νόμιζα πώς είναι τσόντα, αλλά πριν πω τίποτα λέει η μεγάλη: «Φοβερός ο Νικολαΐδης!», και απαντάει ο μικρός: «Ναι μωρέ, αλλά μερικές φορές το ρίχνει στο σουρεάλ για φιγούρα.

Δε θα ήτανε ξενέρωτη μια τέτοια σκηνή στην πραγματικότητα;» «Υπάρχουν γούστα και γούστα, μην κοιτάς εσύ που είσαι ακόμα στα αυγό!» του είπε με τουπέ η άλλη και μετά άρχισαν να μαλλιοτραβιούνται ως συνήθως. Στην αρχή το πήρα για υπονοούμενο και λούφαξα. Την άλλη μέρα ρώτησα για την ταινία και ησύχασα, ήταν μια από τις ακατανόητες αηδίες που βλέπουν τα παιδιά μου, σύμπτωση ήταν. Άκου όμως να το λέει «ξενερέ» ο κανακάρης μου! Τι να ‘κανα η γυναίκα, τόσα χρόνια δίχως άντρα, κι ο Στράτος να με πασπατεύει εδώ κι εκεί, δήθεν λόγω στενότητας χώρου… Το έκανα το αμάρτημα και του έκατσα και δεν το μετάνιωσα. Αχ, ωραίοι καιροί τότε. Ερχόταν αργά το βράδυ όταν είχα βάρδια, κλειδώναμε την πόρτα και βάζαμε την πινακίδα

«Επιστρέφω αμέσως, καλέστε στο τηλέφωνο…», πηγαίναμε μέσα εκεί που ετοιμάζαμε τους πεθαμένους και βγάζαμε τα μάτια μας. Μωρέ άμα δε σκεφτόμουν το μεροκάματο, θα του έδινα και θα καταλάβαινε! Αλλά τι τα θες; Ζωντοχήρα με δυο παιδιά εγώ, τι να με κάνει; Βρήκε την πλούσια νύφη κι έφυγε να εγκατασταθεί στο Μεσολόγγι. Ας πάει κι αυτός στο καλό, τουλάχιστον δε μου ‘ταξε λαγούς με πετραχήλια.

Η κυρία Ντόροθυ Καμάρη επέμενε τα τελευταία χρόνια να κρατάει εκείνη το γραφείο κατά τη μισή νυχτερινή βάρδια. Είχε διαμορφώσει το αλλόκοτο ωράριο 4:00 τα χαράματα με 12:00 το μεσημέρι. Στις ατέλειωτες ώρες της απραξίας, εξασκούσε συνήθως το αγαπημένο της χόμπυ: έλυνε σταυρόλεξα. Η Ντόροθυ ήταν άσσος στα σταυρόλεξα, μια που είχε λύσει χιλιάδες, για να μην πούμε εκατομμύρια από αυτά. Καυχιόταν ότι κανένα σταυρόλεξο, όσο δύσκολο κι αν ήταν, δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Αυτή τη νύχτα Τετάρτης όμως, είχε μπλοκάρει πάνω από ένα τέταρτο σε ένα σταυρόλεξο δίχως μαύρα τετράγωνα (εννοείται Για Πολύ Δυνατούς Λύτες), μη μπορώντας να το προχωρήσει με κανέναν τρόπο. Υπήρχαν δύο διασταυρούμενοι ορισμοί, που δεν μπορούσε να τους βγάλει με τίποτα.

«’Αμετανόητος’ είναι η κάθετη λέξη». Χαχαχα, την τρέλανα τη σιτεμένη ξανθιά. Τώρα θα με ρωτήσει «πώς θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη» προσπαθώντας να το παίξει επαγγελματίας, ενώ το μόνο που την καίει είναι από που ξεφύτρωσα και κυρίως πώς διάολο διάβασα τον ορισμό της λέξης που έψαχνε. «Χαίρω πολύ κυρία μου, Γρηγόριος Ευφήμιος Παστούριν». Σας ξενίζει το επίθετο, ε μαντάμ; Μάλιστα, ρώσικης καταγωγής είμαι. Τι θα ήθελα, τι θα ήθελα, για να δούμε λοιπόν τι θα ήθελα. Ας κάνουμε μια δοκιμή.

«Στο 5Α οριζόντια η λέξη που λείπει είναι ‘παλίμψηστο’». Δε χωράει ε; Κανονικά η λέξη αυτής της θέσης έχει δύο γράμματα λιγότερα. «Γράψτε ‘παλίμψηστο’, θα δείτε που θα χωρέσει». Το έγραψες καλή μου κι ας βγήκες εκτός σταυρολέξου, και με αποκαλείς και ιδιοφυΐα. Ευχαριστώ θερμά, και βέβαια είμαι ιδιοφυΐα, αν και όχι με τον ηλίθιο τρόπο που το εννοείς εσύ κυρία μου. Και τώρα ας κόψουμε την πλάκα κι ας κάνουμε λίγη δουλειά.

Μα τι συνέβη, κοιμήθηκα; Πωπω, κάπως έτσι έρχονται τα γερατειά, σε παίρνει ο ύπνος στα καλά καθούμενα και κοιμάσαι – ποιος ξέρει πόση ώρα – πάνω στο γραφείο! Ρεζίλι, φαντάσου να έμπαινε και κανένας πελάτης να με έβλεπε σε αυτήν την κατάσταση! Μα… κι όμως μπήκε ένας… πελάτης… δηλαδή ήταν ένας που… καλά, τι μουντζούρες είναι αυτές στο σταυρόλεξό μου; Τι βλακείες γράφω; Ρε μπας κι έπαθα κανένα εγκεφαλικό και δεν το πήρα χαμπάρι; «Αμετανόητος» λέει εδώ… σε λέξη που φως φανάρι αρχίζει από Μ… ααα, δεν πάω καλά, καθόλου καλά! Και χμμμμμ….. ο σταυρός μου! Τι έγινε, κόπηκε η αλυσίδα; Που είναι γαμώτο, μέσα στο σουτιέν, όχι, στην καρέκλα, όχι, μήπως έπεσε στο πάτωμα, όχι!

Ο σταυρός μου πέταξε!!! Ντόροθυ, Ντόροθυ, ψύχραιμα κοπέλα μου, λοιπόν πάμε απ’ την αρχή, τουαλέτα, νερό στο πρόσωπο, ντουλάπι, ουίσκι, διπλή μεζούρα, γουλιά, ξανά καθόμαστε. Ωραία. Λοιπόν με πήρε για λίγο ο ύπνος και όπως κουτούλαγα φαίνεται ότι έγραφα άλλα αντ’ άλλων στο σταυρόλεξο. Όσο για το σταυρό, μάλλον ξέχασα να τον φορέσω σήμερα – βέβαια σπανιότατα το ξεχνάω, αλλά έτυχε. Ωραία, ησύχασα. Και ο τύπος που μπήκε νωρίτερα… να δεις πώς τον έλεγαν… μπα, όνειρο θα ήταν. Ας καπνίσω ένα τσιγαράκι να συνέλθω. Που τα έχω; Στο συρτάρι μάλλον, ναι εδώ είναι… ΓΑΜΩΤΟ. Που είναι το χτεσινό ταμείο; Για όνομα του θεού! Που πήγαν τα λεφτά;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας