Ο συναισθηματικός αντίκτυπος του Facebook στο ευρύ κοινό

Ο συναισθηματικός αντίκτυπος του Facebook στο ευρύ κοινό

Η ζωή στα social media τείνει να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος της κανονικής ζωής. Δεν πρόκειται για αφορισμό ή για κριτική. Πρόκειται για την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα βεβαίως η οποία εγείρει το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων: Μήπως, όσο αυξάνεται η εμπλοκή μας με τα social media, μειώνεται η ικανότητα μας για αληθινά συναισθήματα; Όταν δεν έχεις απέναντι σου ένα πρόσωπο που αντιδρά σε μια επίθεση αγάπης ή σε μια επίθεση μίσους, που κλαίει, θυμώνει, κατσουφιάζει και κάνει όλα όσα οι λέξεις (και οι χαριτωμένες φατσούλες) αδυνατούν να αποδώσουν, πόσο εφικτό είναι να νιώσεις ουσιαστική συμπόνια; Ή οτιδήποτε σχετικό εν πάση περιπτώσει;

Μια αμφιλεγόμενη έρευνα

Θεωρητικά, απολύτως εφικτό. Ερευνητές του Facebook θέλησαν να αποδείξουν ότι οι χρήστες επηρεάζονται από τα συναισθήματα των άλλων χρηστών με τον τρόπο που συμβαίνει και εκτός υπολογιστή. Αυτό που έκαναν είναι το εξής: Πείραξαν τον αλγόριθμο που αποφασίζει ποια ποσταρίσματα εμφανίζονται στο news feed ενός χρήστη. Σε ορισμένες περιπτώσεις «έσπρωξαν» τις αρνητικές λέξεις κλειδιά, σε ορισμένες άλλες τις θετικές λέξεις κλειδιά. Με πιο απλά λόγια, κάποιοι χρήστες έβλεπαν στον τοίχο τους με μεγαλύτερη συχνότητα δυσάρεστα ποστ και κάποιοι ευχάριστα. Ο Άνταμ Κρέιμερ, στατιστικός επιστήμονας που εργάζεται για το Facebook, και η ομάδα του παρατήρησαν στη συνέχεια τα ποστ των συγκεκριμένων χρηστών για μια εβδομάδα. Και φυσικά διαπίστωσαν ότι εκείνοι που είχαν υποβληθεί στα κακά νέα, είχαν όλο και πιο λυπημένη συμπεριφορά. Ενώ εκείνοι που είχαν υποβληθεί στα καλά νέα, ήταν διαδυκτιακά χαρούμενοι. Οι άνθρωποι δηλαδή διατήρησαν και στα social media την ίδια «κολλητική» συμπεριφορά που δείχνουν στην καθημερινότητα τους. Όταν οι φίλοι τους τούς λένε θλιβερά νέα τότε και οι ίδιοι «πέφτουν» ψυχολογικά. Το αντίθετο συμβαίνει με τα καλά νέα.

Αντιδράσεις

Η δημοσιοποίηση της έρευνας, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε αντιδράσεις. Όχι όμως τόσο για τα αποτελέσματα της, όσο για τις τακτικές του Facebook. Οι χρήστες εξοργίστηκαν που έγιναν εν αγνοία τους μέρος ενός πειράματος, το οποίο έπαιζε με τα συναισθήματα τους. Και εξέφρασαν παράλληλα την οργή και τον φόβο τους για το γεγονός ότι το Facebook (απλώς πειράζοντας έναν αλγόριθμο) μπορεί να μας κάνει χαρούμενους ή λυπημένους. Η απάντηση του Facebook υπήρξε η αναμενόμενη: Η έρευνα είχε τη συναίνεση των χρηστών. Πότε την έδωσαν; Μα όταν συμφώνησαν με τους όρους εγγραφής. Τους οποίους δεν διαβάζει ποτέ κανείς, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ίσως θα έπρεπε. Διότι μεταξύ άλλων επιτρέπουν στο Facebook να συγκεντρώνει data από το προφίλ των μελών του και τα χρησιμοποιεί όπως κρίνει σκόπιμο.

Συμπέρασμα

Παρά τις πολλές και αντικρουόμενες πληροφορίες επί του θέματος, ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να βγει. Οι ερευνητές, προκειμένου να αποφασίσουν αν ένα ποστ ήταν δυσάρεστο ή ευχάριστο, χρησιμοποίησαν ειδικό software, το οποίο χώριζε τις λέξεις σε καλές και κακές. Στη συνέχεια κατέτασσε τα ποσταρίσματα ανάλογα με τον αριθμό των συγκεκριμένων λέξεων που περιείχαν. Με τον ίδιο τρόπο κρίθηκαν και τα posts των χρηστών που πήραν μέρος στην έρευνα.

Αλλά βέβαια η κατανόηση των συναισθημάτων, των ουσιαστικών συναισθημάτων, ξεπερνάει τις λέξεις (συχνά κρύβεται πίσω τους), τα software και τους αλγόριθμους. Άρα, απάντηση στο βασικό ερώτημα δεν προέκυψε. Πράγματι, όλο και περισσότεροι από εμάς «ζούμε» ένα μεγάλο μέρος της ημέρας μας στα social media. Πόσοι από εμάς όμως ζούμε εκεί αληθινά;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας