Τα Κουρέλια τραγουδούν για πάντα

Τα Κουρέλια τραγουδούν για πάντα

Δεν ξέρω τι να γράψω για τον Νίκο Νικολαϊδη. Βρίσκομαι μπροστά σε μια λευκή κόλλα χαρτί, λίγες ώρες μετά την αναγγελία του αιφνίδιου θανάτου του και προσπαθώ να χωρέσω μέσα της ένα σωρό αντιφατικά συναισθήματα που έχω γι αυτόν. Για μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και μαζί συναρπαστικές φιγούρες που έβγαλε ποτέ αυτός ο τόπος.

Γιατί αμφιλεγόμενη; Γιατί ποτέ δεν ακολούθησε κανενός τους κανόνες. Υπήρξε από τους λίγους δημιουργούς που άφησαν το ίχνος τους στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά, δίχως να αποδειχτούν στιγμή επιτηδευμένοι και δήθεν. Γιατί ξόδεψε ολόκληρη σχεδόν την καριέρα του αντιμετωπίζοντας δημιουργικά τους ίδιους αυτοκαταστροφικούς δαίμονες. Έστω κι αν αυτό τον οδήγησε σταδιακά να περιθωριοποιηθεί, εκεί που άλλοι, λιγότερο προικισμένοι δημιουργοί της γενιάς του κέρδιζαν με ευκολία τα βραβεία και τις επιχορηγήσεις.

Γιατί σε προκαλούσε μέσα από το έργο του να θυμώσεις και να οργιστείς, τις πιο πολλές φορές μαζί του, κι αυτή ίσως είναι η πιο υγιής απαίτηση που μπορεί να έχει ένας καλλιτέχνης απέναντι στο κοινό του. Γιατί το σινεμά του είχε, στιγμές, τον αντίκτυπο μιας βόμβας μολότοφ στους μικροαστικούς τοίχους αυτής εδώ τη χώρας. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, σε μια εποχή όπου η έννοια του κινηματογράφου και της κριτικής εν Ελλάδι είχε τη σοβαρότητα και τη δυσκαμψία αρχαίου αγάλματος, εκείνος πρότεινε ένα έργο ατίθασο, κινητικό, αντισυμβατικό που δεν έκρυβε τις αδυναμίες, τα φετίχ αλλά και την αδιαφορία του για τα πάσης φύσεως δόγματα και σχολές.

Κι αυτό με οδηγεί να εξηγήσω γιατί ο Νικολαϊδης υπήρξε ένας από τους πιο συναρπαστικούς Ελληνες σκηνοθέτες που περπάτησαν ποτέ στη χώρα. Στην αφετηρία της μεταπολίτευσης, σε χρόνια θολά και μουδιασμένα, ξεκίνησε μόνος του και σχεδόν από το πουθενά ένα μοντέρνο, ανανεωτικό και αταξινόμητο σινεμά που η Ελλάδα ούτε να ονειρευτεί δεν θα είχε μπορέσει χωρίς αυτόν. Το στιλιστικό σοκ της «Ευρυδίκης Β.Α. 2037», πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, ήταν αρκετό για να συστήσει στα 1975 το σκηνοθετικό του δαιμόνιο, χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια όμως για να έρθουν τα «Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» και να δώσουν τα κλειδιά σε ένα σύμπαν αυθεντικό και εντελώς κατάδικό του, το οποίο ο Νικολαϊδης επρόκειτο να κατοικήσει μαζί με τους ήρωες, τις ταινίες και τις ψυχώσεις του μέχρι τέλους: κυνικό και βαθιά μελαγχολικό, σκοτεινά αστείο, κατοικούμενο από ποπ φαντάσματα, πυροβολημένα όνειρα, χαμένες ψυχές και παγιδευμένο με νάρκες για όποιον θεατή τολμούσε να το διαβεί δίχως να είναι οπλισμένος με την απαραίτητη ειρωνεία.

Η «Γλυκειά Συμμορία» που ακολούθησε το 1983 δεν χρειάζεται τις παραμικρές συστάσεις, εκτός ίσως από την επιβεβαίωση ότι εξακολουθεί να παραμένει η πιο διαχρονική και δομημένη στην εντέλεια δημιουργία του. Με την «Πρωινή Περίπολο» του 1987, μια δυσοίωνη και μερικώς εξαιρετική εικόνα του μέλλοντος τελειώνει κατ εμέ και η «χρυσή περίοδος» του σκηνοθέτη.

Η εκθαμβωτική πρόκληση για την πρόκληση του «Singapore Sling» (1990) που γνώρισε ανέλπιστη cult απήχηση σε αρκετές χώρες του εξωτερικού, ξεκίνησε το φορμαλιστικά τολμηρό και συνάμα νοσηρό φλερτ του σκηνοθέτη με έναν εφιαλτικό κόσμο ερωτισμού, βίας και διαστροφής. Από το «Θα Σε Δω Στην Κόλαση, Αγάπη Μου» (1999) και το «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Ολα» (2003) μέχρι το «Τhe Zero Υears» (2005), ο Νικολαϊδης έδινε την εντύπωση ότι διένυε αδιέξοδες τροχιές γύρω από τις ίδιες εμμονές. Παρά τις επιμέρους αρετές και το θάρρος τους, καμιά από τις ταινίες αυτές δεν πίστευα ότι στεκόταν αντάξια των δυνατοτήτων του. Καμιά δεν σε άφηνε να εγκαταλείψεις, εντούτοις, την αίθουσα δίχως να αισθανθείς κάτι.

Ενόχληση, περιέργεια, αποστροφή, θυμό, κλινική σαγήνη- οποιοδήποτε κι αν ήταν το συναίσθημα, ο Νικολαϊδης φρόντιζε τουλάχιστον να είναι έντονο και αληθινό. Πράγμα παρήγορο στις μέρες όπου ο νέος ελληνικός κινηματογράφος έπασχε όλο και πιο πολύ από συναισθηματική υποθερμία και μυρωδιά ναφθαλίνης. Κι αν μη τι άλλο, όλες αυτές οι ταινίες περιείχαν κάμποσα τουλάχιστον λεπτά σποραδικής ευφυϊας, σπιρτόζικης τρέλας και γνήσιας υπέρβασης μέσα τους.

Μέχρι τώρα που ο Νίκος Νικολαϊδης έφυγε τόσο γρήγορα και αιφνίδια, ομολογώ ότι παρέμενα πεισματικά θυμωμένος μαζί του. Σε μια προβολή της «Γλυκειάς Συμμορίας», κάποια στιγμή των χρόνων του 80, είχα αποφασίσει ότι θα ακολουθούσα αυτόν τον σκηνοθέτη σε οτιδήποτε κι αν έκανε στο εξής. Είτε αυτό μου άρεσε, είτε όχι. Και τήρησα τη δέσμευσή μου. Περιμένοντας μέχρι τελευταία στιγμή την μεγάλη ταινία που είχε υποσχεθεί εξαρχής το σκηνοθετικό του ταλέντο. Ο Νικολαϊδης έφτασε αρκετές φορές κοντά στην πραγματοποίηση ενός τέτοιου ιδανικού.

Φεύγοντας τόσο πρόωρα, αφήνει πίσω του ανοιχτή μια τέτοια υπόσχεση. Την εναποθέτει όμως πλάι σε ένα σύνολο έργου που δεν συναντά όμοιό του και σε έναν προσωπικό θρίαμβο που θα παραμένει πάντοτε πηγή έμπνευσης για κάθε μελλοντικό κινηματογραφιστή. Τον θρίαμβο ενός καλλιτέχνη που κατάφερε να δώσει σάρκα και οστά στο ατίθασο όραμά του, δίχως τη βοήθεια κανενός κράτους, κανενός Συστήματος, κανενός κρετίνου. Παραμένοντας ρομαντικός, ασυμβίβαστος και μόνος. Μέχρι τέλους.

Προηγούμενο άρθροHairspray – You cant stop the beat
Επόμενο άρθροΜήπως μοιάζετε με διψασμένα για Πληροφορία Ζόμπι από το παρελθον;
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας