Τα στρείδια κινδυνεύουν όσο αυξάνεται η οξίνιση των ωκεανών

Τα στρείδια κινδυνεύουν όσο αυξάνεται η οξίνιση των ωκεανών

Όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, οι ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι τείνουν να εστιάζουν περισσότερο την προσοχή τους στο τι συμβαίνει στην ατμόσφαιρα και στην ξηρά. Ωστόσο, περίπου το ένα τέταρτο των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα διαλύεται στους ωκεανούς, μειώνοντας το pH του νερού και προκαλώντας οξίνιση των ωκεανών.

Τούτη η κατάσταση θα μπορούσε να επηρεάσει τι είδους θαλασσινά τρώμε στην καθημερινότητά μας κατά τα επόμενα χρόνια. Ορισμένα είδη, όπως τα στρείδια και τα μύδια φαίνεται να είναι ευάλωτα σε αυτή την αλλαγή, ενώ κάποια άλλα, συμπεριλαμβανομένων των αστακών και των καβουριών, είναι πιο ανθεκτικά.

Ο Robert Eagle, ένας εμπειρογνώμονας του UCLA για την κλιματική αλλαγή και την επίδραση που έχει στους ωκεανούς, έχει διερευνήσει διάφορους σύνθετους τρόπους με τους οποίους η οξίνιση επηρεάζει τη θαλάσσια ζωή.

Ίσως η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η οξίνιση παρεμποδίζει την ικανότητα των οργανισμών να αναπτυχθούν σωστά, όπως τα κοράλλια να σχηματίσουν κέλυφος και υγιή σκελετό – αλλά δεν επηρεάζει όλους τους οργανισμούς που σχηματίζουν κελύφος με τον ίδιο τρόπο. Μερικοί είναι ανεπηρέαστοι ή μεγαλώνουν γρηγορότερα σε πιο όξινα νερά, έδειξαν μερικές προηγούμενες έρευνες. Όμως το ερώτημα είναι γιατί;

Ο Robert Eagle δήλωσε: «Η βασική αιτία που συμβαίνει κάτι τέτοιο οφείλεται στην πολυπλοκότητα των βιολογικών οργανισμών, ενώ με μία μερίδα εξ αυτών είναι ανθεκτικοί ή προσαρμόζονται ευκολότερα στις αντίξοες συνθήκες».

«Η ικανότητα των θαλάσσιων ειδών να ρυθμίζουν το εσωτερικό pH μπορεί να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη της επιβίωσης τους», ανέφερε ο Eagle στην παρούσα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances.

Η έρευνα χρησιμοποίησε δεδομένα από ένα προηγούμενο πείραμα που κατασκεύασε δεξαμενές νερού με διάφορα επίπεδα οξύτητας, ούτως ώστε να μεγαλώσουν εκεί μέσα μια σειρά από οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων καβούρια, κοράλλια, στρείδια, αχινούς και γαρίδες. Οι δεξαμενές είχαν διάφορα επίπεδα CO 2 (τα οποία συμπίπτουν με την οξύτητα) που κυμαίνονται από 400 έως 2.850 μέρη ανά εκατομμύριο, δηλαδή, από περίπου τρέχοντα επίπεδα σε ένα ακραίο αλλά πιθανό επίπεδο μέσα στα επόμενα 100 χρόνια. Ο Eagle ανέλυσε τη χημική σύνθεση των κελυφών τους χρησιμοποιώντας ισότοπο βορίου που ακολουθεί το ρΗ.

Σε ορισμένους θαλάσσιους οργανισμούς, το πράγμα κύλησε ομαλά. Η ικανότητα των οργανισμών να ρυθμίσουν το εσωτερικό pH αντανακλούσε με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκαν στις αλλαγές του εξωτερικού pH. Είδη, όπως οι αχινοί και τα κοράλλια ήταν σε θέση να ρυθμίσουν με αποτελεσματικότητα το εσωτερικό pH και δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς εκτός από τα υψηλότερα επίπεδα οξίνισης. Ενώ κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των αστακών και των γαλάζιων καβούρων, αντιμετώπισαν προβλήματα ανάπτυξης όταν υπήρχε περισσότερο CO 2 στα νερά που διαβιούσαν.

Ωστόσο, κάποια είδη, συμπεριλαμβανομένων, ορισμένες ποικιλίες στρειδιών και άλλων μαλακίων, είχαν κακή απόδοση στα όξινα νερά, ανεξάρτητα από την εσωτερική ρύθμιση του pΗ τους. Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί ως μείζον πρόβλημα για νοικοκυριά που τρέφονται με αυτές τις τροφές, όπως και για πολλά εστιατόρια που έχουν τέτοια διατροφικά στοιχεία στο μενού τους.

Η βιομηχανία οστρακοειδών Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής αγγίζει σε έσοδα περίπου τα 270 εκατομμύρια δολάρια ετησίως και απασχολεί περισσότερους από 3.000 ανθρώπους.

«Τα στρείδια είναι πολύ σημαντικά για την αλιεία στη Δυτική Ακτή», δήλωσε ο Eagle. «Φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην οξίνιση των ωκεανών, οπότε υπάρχουν τεκμηριωμένοι λόγοι να ανησυχεί τόσος πολύς κόσμος για το μέλλον της συγκεκριμένης βιομηχανίας».

Η απώλεια μερικών ειδών – ή ακόμη και ένα μόνο είδος θα δώσει τη δυνατότητα σε κάποια άλλα να γίνουν πιο κυρίαρχα – και μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα.