Τι είναι Επίθετο ως μέρος του λόγου: Πληροφορίες και στοιχεία

Τι είναι Επίθετο ως μέρος του λόγου: Πληροφορίες και στοιχεία

Επίθετο είναι ένα από τα δέκα μέρη του λόγου. Είναι λέξη κλιτή και φανερώνει την ποιότητα ή την ιδιότητα του ουσιαστικού το οποίο προσδιορίζει (π.χ. αξιοπρεπής άνθρωπος, στερεό έπιπλο, γλυκό κρασί).

Πολλές φορές όμως η διάκριση του επιθέτου από το ουσιαστικό δεν είναι εύκολη, γιατί υπάρχουν ουσιαστικά που δηλώνουν ποιότητα ή ιδιότητα (π.χ. η λευκότητα, η ρευστότητα), ενώ άλλοτε ένα ουσιαστικό παίρνει τη θέση επιθέτου κοντά σε ένα άλλο ουσιαστικό (π.χ. γέρος άνθρωπος), άλλοτε πάλι το Επίθετο ουσιαστικοποιείται (π.χ. η έρημος, η δεξιά κ.λ.π.) επειδή παραλείπεται το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό (χώρα, παράταξη αντίστοιχα).

Οι διαφορές ανάμεσα στο επίθετο και το ουσιαστικό είναι οι εξής: το επίθετο έχει γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο) και βαθμούς (θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός), που το ουσιαστικό δεν έχει.

Ως προς το γένος τα επίθετα παίρνουν το γένος του ουσιαστικού που προσδιορίζουν και διακρίνονται σε:

  1. τριγενή και τρικατάληκτα (π.χ. καλός, καλή, καλό).
  2. τριγενή και δικατάληκτα (π.χ. ευγενή, ευγενής, ευγενές).

Τα επίθετα μοιάζουν με τα ουσιαστικά στην κλίση, κλίνονται δηλαδή όπως και τα ουσιαστικά που έχουν τις ίδιες καταλήξεις, εκτός από τα επίθετα με αρσενικό σε -ύς, -ής (π.χ. βαθύς – βαθιά – βαθύ, θαλασσής – θαλασσιά – θαλασσί), τα οποία ακολουθούν δική τους κλίση (π.χ. ο σταχτής, του σταχτιού, η σταχτιά, της σταχτιάς, το σταχτί, του σταχτιού κ.λ.π.).

Τα επίθετα κατά την κλίση τους διατηρούν τον τόνο στη συλλαβή που τονίζεται η ονομαστική του αρσενικού (π.χ. έτοιμος – έτοιμη – έτοιμο, έτοιμου – έτοιμης -έτοιμου, έτοιμων, έτοιμος κ.λ.π.).

Μερικά προπαραξύτονα επίθετα σε -ος χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά (π.χ. άρρωστος, βάρβαρος κ.λ.π.), αλλά τότε τονίζονται στην παραλήγουσα στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού (π.χ. του αρρώστου, των βαρβάρων κ.λ.π.).

Τα επίθετα διακρίνονται σε ασυναίρετα (θερμός), συνηρημένα (δύσνους), συμφωνόληκτα (ευσεβής) και φωνηεντόληκτα (βαρύς). Εκτός από τα συνηθισμένα ε. διακρίνουμε και τα αριθμητικά, που φανερώνουν πλήθος, τάξη, χρόνο, αναλογία και αριθμό μερών ενός συνόλου (πρώτος – πρώτη – πρώτο κ.λ.π.), τις μετοχές και αντωνυμίες που είναι ένα είδος επιθέτων (π.χ. ριγμένος, κάποιος κ.λ.π.).

Κατά τη σύνταξη τους τα επίθετα είναι άλλοτε επιθετικοί προσδιορισμοί (π.χ. το άσπρο ψωμί) και άλλοτε κατηγορούμενα (π.χ. ο καιρός είναι ζεστός). Το Επίθετο συχνά ενώνεται με το ουσιαστικό σε μια λέξη (π.χ. μεγάλη πόλη: μεγαλόπολη).

Ρηματικά επίθετα

Επίθετα που παράγονται από ρήματα και εμφανίζουν ιδιότητες ρήματος και ονόματος ταυτόχρονα, δηλαδή έχουν γένη και δέχονται υποκείμενο (π.χ. το σπίτι είναι κατοικήσιμο).

Παραθετικά επίθετα

Επίθετα που φανερώνουν πως κάποιο ουσιαστικό έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα, την οποία μας δείχνει ο αρχικός (θετικός) τύπος του επιθέτου, σε διαφορετικό όμως βαθμό από ένα ή πολλά άλλα πρόσωπα ή πράγματα.

Όταν το Επίθετο δηλώνει ότι ένα ουσιαστικό έχει τη δηλούμενη από αυτό ποιότητα ή ιδιότητα σε ανώτερο βαθμό απ ό,τι ένα ή πολλά άλλα ουσιαστικά, τότε το ε. λέγεται συγκριτικού βαθμού ή συγκριτικό (π.χ. άλογο λευκότερο από το χιόνι).

Όταν το Επίθετο δηλώνει ότι ένα ουσιαστικό έχει τη δηλούμενη από αυτό ιδιότητα ή ποιότητα σε ανώτερο βαθμό σε σύγκριση μ όλα τα υπόλοιπα ομοειδή ή και καθαυτό, τότε το επίθετο λέγεται υπερθετικού βαθμού η υπερθετικό (π.χ. είναι υγιέστατο παιδί).

Πολλές φορές τα παραθετικά εκφράζονται περιφραστικά (π.χ. καλός, πιο καλός, πάρα πολύ καλός). Υπάρχουν όμως επίθετα που δεν έχουν βαθμούς. Τέτοια είναι αυτά που δηλώνουν ύλη (π.χ. πέτρινος), συγγένεια (προγονικός) και τα ελλειπτικά, που σχηματίστηκαν από αρχαία επιρρήματα ή προθέσεις (π.χ. κατώτερος – κατώτατος, πρότερος – πρώτος).

Ανώμαλα επίθετα

Τέτοια είναι μερικά που καταλήγουν σε -ης – ης, -ες, το ε. πολύς – πολλή – πολύ κ.λ.π.