Το αγόρι σου παρουσιάζεται στο στρατό. Το φανταράκι

Το αγόρι σου παρουσιάζεται στο στρατό. Το φανταράκι

Μου χαμογελούσε αμήχανα. Το σακίδιό του ασήκωτο. Τα δεκάδες λουκετάκια που είχε αγοράσει πηγαινοέρχονταν στη μικρή μπροστινή θήκη και κουδούνιζαν σε κάθε μας αγκαλιά. «Στο στρατό πας, όχι στον πόλεμο, χαλάρωσε» του είπε ο μεγάλος αδελφός του.

«Χαλάρωσε» επανέλαβα κι εγώ, κι ας ήμουν πιο νευρική κι από εκείνον. Δύο μήνες τώρα κάναμε πλάκα για τη μέρα αυτή. Για τη στιγμή που θα έμπαινε στο τρένο κι εγώ θα έτρεχα πίσω από το βαγόνι στέλνοντας του φιλιά. Θα φορούσα το αγαπημένο μου μεταξωτό φόρεμα και τις σαγιονάρες με τα ροζ αχλαδάκια που μου είχε αγοράσει από μια λαϊκή στο τρίτο μας ραντεβού. «Χαλαρός είμαι» απάντησε. Τα μαλλιά του, ο λαιμός του μύριζαν βότκα, σουβενίρ από το χθεσινό αποχαιρετιστήριο πάρτι. Σφηνάκια και υπερεντατικά μαθήματα επιβίωσης:

Στο στρατό σκοπός σου είναι να περνάς απαρατήρητος. Στο στρατό δεν μιλάς, φωνάζεις. Στο στρατό να πίνεις πολλές σόδες, γιατί θα τρως γκoτζίλα (=κρέας προπολεμικής κοπής). Στο στρατό θα γίνεις άντρας. Ανέβηκε το σκαλί. Το ένα αυτό βρόμικο σκαλί που θα μας χώριζε για τους επόμενους χιλιάδες μήνες. Τόσοι μου φαίνονταν τότε. Η μαμά του έκλαιγε κι ο πατέρας του προσπαθούσε να του στριμώξει στις τσέπες μερικά ακόμη χαρτονομίσματα. Και μετά τίποτα.

Το τρένο άρχισε να τσουλάει κι ο Μάνος προσπαθούσε να κατεβάσει το παράθυρο. «Κόλλησε» έβλεπα τα χείλη του να λένε. Κι ενώ ήξερα πως απλώς πήγαινε στο στρατό, όχι στον πόλεμο, κόλλησα κι εγώ. Τα μικρά αχλαδάκια είχαν ριζώσει στην πλατφόρμα του σταθμού. Δεν έτρεξα πίσω από το βαγόνι στέλνοντάς του φιλιά. Μόνο κοιτούσα το τρένο να απομακρύνεται και σκεφτόμουν πως στις ταινίες οι αποχαιρετισμοί είναι πολύ πιο κουλ.

Η φούστα του τσολιά

«Ε, δεν πήγε και στον πόλεμο» σκεφτόμουν τις επόμενες μέρες, που έσβηνα γραμμές στο ημερολόγιο περιμένοντας το πρώτο επισκεπτήριο. Τα τηλεφωνήματά μας ήταν πάντα σύντομα και στεγνά. Έτσι μου φαίνονταν τότε. Κι εκείνος ακουγόταν κάθε φορά και πιο κουρασμένος. Οι περισσότερες φίλες μου δεν είχαν στρατιωτική εμπειρία, κι έτσι το μόνο που συζητούσαμε ήταν το πόσο όμορφος θα ήταν ο Μάνος με τη στολή «ένεκα γυμνασμένος, ψηλός και κούκλος».

Και ένα βράδυ, τσουγκρίζοντας το τρίτο μαρτίνι, τα μάτια της Ειρήνης έλαμψαν: «Τσολιά θα τον κάνουν. Είναι γυμνασμένος και πάνω από 1,90, δεν είναι; Και θα μας γνωρίσει τους άλλους τσολιάδες!» Ο Μάνος μου τσολιάς. Χαμογέλασα. Η ιδέα μού φάνηκε πολύ σέξι τότε. Το επόμενο πρωινό, πριν πάω στη σχολή, πέρασα από την Πλάκα κι αγόρασα ένα τσολιαδάκι για μένα και μία Αμαλία για εκείνον.

Δεκαπέντε μέρες μετά βρισκόμουν στριμωγμένη στο αυτοκίνητο του κολλητού του. Κατευθείαν από το σαββατιάτικο ξενύχτι. Νυσταγμένη, με ψηλοτάκουνα και ένα μικρό μαύρο φόρεμα. Και σε ένα μεγάλο κουτί με κατακόκκινη κορδέλα τακτοποιημένα μια ντουζίνα περιοδικά, βιβλία, DVD, κάμποσα αβγά kinder, μια σαμπάνια και η μικρή Αμαλία.

«Πού θα τα δει τα DVD, βρε Μαράκι;» είπε ο Στέφανος γελώντας. «Σιγά μην τους κάνουν και προβολές! Τίποτα να φάει του πήρες;» Να φάει;! Κούρνιασα στη γωνιά μου και φυσικά δεν τόλμησα να δείξω τη σαμπάνια που είχα αγοράσει, πόσο μάλλον την Αμαλία.

Λίγο μετά τις 7.00 ήμασταν όλοι εκεί: οι γονείς του, οι κολλητοί του κι εγώ, σε ρόλο guest star. Και παντού γύρω μας εκατοντάδες οικογένειες με εκατοντάδες πλαστικές σακούλες γεμάτες πλαστικά τάπερ. Η μητέρα του περιεργάστηκε το κουτί μου και με ρωτούσε αν είχα μαγειρέψει κοτόπουλο. «Δεν έχω μαγειρέψει τίποτα» ψιθύρισα. «Και τι έχει κοτζάμ κουτί;» ρώτησε. «Κι αυτή η κορδέλα…». Ευτυχώς, ακριβώς εκείνη τη στιγμή άνοιξαν οι πύλες του στρατοπέδου και ένα κύμα αλαλιασμένων μανάδων με παρέσυρε μαζί του.

Στρατόπεδο συγκέντρωσης

Το επισκεπτήριο ήταν μια εμπειρία που θέλω να ξεχάσω. Ο Μάνος, αφού χάρηκε που μας είδε, άρχισε να τρώει με μανία τα τυροπιτάκια της μαμάς του, τα μπιφτεκάκια της μαμάς του, τις γεμιστές πιπεριές της μαμάς του. Τη σαμπάνια δεν την ανοίξαμε ποτέ και τη μικρή Αμαλία, αφού γέλασε, μου είπε πως δεν μπορούσε να την κρατήσει, γιατί θα τον δούλευαν όλοι στο στρατόπεδο. «Δεν ξέρεις πώς είναι εδώ. Με την παραμικρή αφορμή σε ξεφτιλίζουν και σου κάνουν τη ζωή δύσκολη» είπε μπουκωμένος. Τα τακούνια μου είχαν πνιγεί στις λάσπες.

Το ίδιο κι ο ενθουσιασμός για τον τσολιά μου. Στην πρώτη έξοδο όλα έγιναν φυσιολογικά, αν εξαιρέσεις την ακατανίκητη επιθυμία του να μιλάει συνεχώς για το στρατό. Τουλάχιστον δεν ήταν μπουκωμένος. Κι ύστερα ήρθαν οι ζήλιες. Εκείνος είχε μπει στον ελληνικό στρατό, εγώ έπρεπε να μπω σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μούτρωνε και ήθελε να τα μαθαίνει όλα. Ξαφνικά οι φίλες μου του φαινόντουσαν επιπόλαιες και οι βαθμοί μου στις εξεταστικές ιεροί.

«Τώρα που λείπω, βρε μωράκι μου, είναι καλή ευκαιρία να διαβάζεις. Να περάσεις και τα μαθήματα που χρωστάς». «Μα ΔΕΝ χρωστάω μαθήματα» απαντούσα έκπληκτη (του πότε είναι πια αυτός ο γκοτζίλας που τρώνε;) «Έτσι όπως πας, θα χρωστάς» απαντούσε. Και μετά μιλούσαμε για τα κρουασάν στο ΚΑΨΙΜΙ, που είναι πάντα μπαγιάτικα, και για τον Παπαντωνίου, που τον χώρισε η κοπέλα του κι ήταν χώμα: «Τον έχουμε όλοι από κοντά. Έχει και το όπλο». Το βράδια ξενυχτούσα ακόμη περισσότερο, από αντίδραση.

Δεν θα μου έκανε κουμάντο το ΓΕΕΘΑ. Και το επόμενο πρωινό ένιωθα το τσολιαδάκι να με κοιτάει μελαγχολικά. Και γέμιζα τύψεις που εγώ «έκανα τη ζωή μου», ενώ ο Μάνος έτρωγε γκοτζίλα, πλενόταν με παγωμένο νερό, κοιμόταν τρεις ώρες στα πεταχτά και πνιγόταν μες στην παράνοια του στρατιωτικού αυτισμού. Και στο καπάκι ερχόταν και το άγχος. Λες να άρχιζα να χρωστάω μαθήματα έτσι που πήγαινα;

Στραβάδι

Υπάρχει μια ολόκληρη θεωρία σχετικά με την ψυχολογία του φαντάρου. Όταν κάποιος υπηρετεί τη θητεία του, θεωρείται κατά κάποιον τρόπο πλάσμα υπό προστασία. Όλοι γύρω του, γονείς, συγγενείς, φίλοι, προσπαθούν να τον προφυλάξουν από τον κακό και άδικο κόσμο. Όπως περίπου κάνουν και με μια έγκυο γυναίκα.

Έτσι κι εγώ, από τη μια δεν ήθελα να τον αναστατώνω, αλλά από την άλλη δεν άντεχα να μην παραπονιέμαι για τις μέρες που δεν περνούσαν, για τα πράγματα που δεν μπορούσαμε να κάνουμε και για τις ανόητες ζήλιες του.

«Να μην του γκρινιάζεις ποτέ, αυτός είναι ο πρώτος κανόνας» μου είπε με ύφος μάγισσας η ξαδέλφη της φίλης μου της Νεφέλης. Η ίδια είχε πετυχημένη θητεία σε Ναυτικό και Αεροπορία, κι έτσι η Νεφέλη αποφάσισε να την επιστρατεύσει για σεμινάρια. «Να μην του λες ΠΟΤΕ πόσο τέλεια περνάς, όσο τέλεια κι αν περνάς. Σεμνά και ταπεινά. Δεν χρειάζεται να ξέρει λεπτομέρειες.

Μόνο ότι σου λείπει κι ότι ανυπομονείς να τον δεις». «Σεμνά και ταπεινά» επανέλαβα διστακτικά. Και αποφάσισα να ρουφήξω τη γνώση της. Οι όροι του παιχνιδιού ήταν απλοί. Χαίρεσαι όταν είστε μαζί, μαραζώνεις όταν φεύγει. Θα ήμουν δηλαδή μια Πηνελόπη που θα ύφαινε σιωπηλά τον πόνο της. Και για μνηστήρες ούτε λόγος. Εύκολο μου φαινόταν τότε.

Στα όπλα

Η απρόσμενη μετάθεση κάπου έξω από την Έδεσσα διέλυσε το τσουγκρισμένο μας σύμπαν. Ο Μάνος δεν μιλιόταν. Οι επόμενοι μήνες θα ήταν κόλαση. Προσπαθούσα να του υπογραμμίσω τα θετικά. Του έδειχνα καρτ ποστάλ από τα δάση εκεί γύρω και του έλεγα πως κάθε Σαββατοκύριακο θα πήγαινα να τον βρω.

Δεν έδειχνε ενδιαφέρον. «Μήπως να χωρίσουμε;» μου είπε ένα βράδυ στο τηλέφωνο. «Δεν μπορώ όλη αυτή τη διαδικασία. Εσύ εκεί, εγώ σε λίγες μέρες στην άλλη άκρη…» Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Η ερώτηση έμεινε στο κενό. Κι εγώ. Κι ο Μάνος. Δεν φταίει αυτός, σκεφτόμουν. Το σύστημα φταίει. Το ΝΑΤΟ. Οι έμποροι όπλων. Να έχουμε μισθοφόρους,εκπαιδευμένους τύπους όπως ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ, που με ένα ψαλιδάκι για τις βλεφαρίδες μπορεί να σκοτώσει δέκα.

Όταν σου λείπει το φανταράκι

Ο Μάνος μού έλειπε, αλλά δεν ήταν αυτό που με ενοχλούσε. Ήταν που δεν είχαμε κανένα έλεγχο σε αυτό που συνέβαινε. Δεν μπορούσαμε να τηλεφωνηθούμε όταν θέλαμε, δεν μπορούσαμε να βρεθούμε όποτε θέλαμε. Ήμουν μονίμως stand by για τη στιγμή που θα έβγαινε με κάποια άδεια ή που θα έπαιρνε 24ωρη, κι εγώ, σαν τρελή, θα άρπαζα το πρώτο ΚΤΕΛ για να πάω να τον βρω. Φυσικά, δεν είχα το δικαίωμα να πω ότι προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο από ένα ακόμη ταξίδι-αστραπή στην όμορφη Πέλλα.

Ούτε είπα κουβέντα όταν σε ένα τέτοιο ταξίδι ο Μάνος, με το που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, έπεσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε πριν καν βγάλω τις μπότες μου. Το επόμενο πρωί, κι ενώ εγώ είχα ξενυχτήσει παρακολουθώντας απερίγραπτα βιντεοκλίπ στα τοπικά κανάλια, εκείνος φρέσκος φρέσκος με φίλησε και όλο χαρά μού είπε:

«Τέλεια, μωράκι μου, ε; Θες να έρθεις και μεθαύριο;» Τα ταξίδια – αστραπή ήταν εξοντωτικά κι εγώ δεν ήμουν φαντάρος για να κατεβάζω το κεφάλι στα καψόνια. Ήμουν όμως ερωτευμένη. Δηλαδή, σε χειρότερη θέση. Η στρατιωτική θητεία είναι γερή άσκηση για τη σχέση. Μια μακροχρόνια, που έχει ξεθυμάνει και λίγο, ίσως στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας να επαναφορτιστεί. Ή απλώς να φουλάρει τα γκάζια για το τέρμα.

Το πως θα βιώσεις τη μιλιτέρ περίοδο στη σχέση σου έχει να κάνει και με τη φάση στην οποία αυτή βρίσκεται όταν η μαμά πατρίδα μπαίνει ανάμεσά σας. Αν είναι στο πολύ αρχικό στάδιο, δεν θα σε απασχολήσει ιδιαίτερα. Θα σου λείψει, θα του λείψεις, αλλά σε μερικές μέρες θα επιστρέψεις στον κανονικό σου ρυθμό και, φυσικά, ποτέ κανείς δεν θα περιμένει από εσένα να κάνεις ταξίδια-αστραπή.

Αν όμως σε πετύχει στο επικίνδυνο στάδιο της απόλυτης αφοσίωσης, τότε ακριβώς που τον ξέρεις αρκετά καλά ώστε να τον έχεις ερωτευτεί τρελά και πολύ λίγο ώστε να μην τον έχεις απομυθοποιήσει, η περίοδος αυτή είναι επώδυνη (ψέματα να σου πω;). Πριν χορτάσεις τη γεύση του, σ’ τον έχουν πάρει μακριά.

Παλιοσειρά

Μετά τους έξι μήνες όλα έμοιαζαν ευκολότερα. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης μάλλον έφερε την ισορροπία. Ο Μάνος το πήρε απόφαση πως όσο καλά κι αν είχε μάθει να χειρίζεται το όπλο του, δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εναντίον όποιου με κερνούσε σφηνάκια.

Και εγώ συνειδητοποίησα ότι το να περνάω καλά και να φλερτάρω, αν τύχαινε, δεν ήταν εθνική προδοσία. Τον ελάχιστο χρόνο που είχαμε μαζί ήταν κρίμα να τον σπαταλάμε σε καβγάδες. Τα ταξίδια-αστραπή μοιράστηκαν κι εγώ έμαθα πως τα DVD δεν είναι το καλύτερο δώρο για ένα φαντάρο. Θα εκτιμήσει περισσότερο αφρούς ξυρίσματος, υγρά μαντιλάκια,κάρτες για το κινητό, μπαταρίες, μπισκότα, σαμπουάν (ποτέ, ποτέ, ποτέ υδατική κρέμα).

Όταν περνάς καλά, ο χρόνος κυλάει γρηγορότερα. Αυτό λέγαμε ο ένας στον άλλο κάθε φορά που τα πείσματα μας έστηναν ενέδρα. Κι όταν μια μέρα, μαζεύοντας τα πράγματά μου μετά από ένα ακόμη ταξίδι-αστραπή μου, τον άκουσα να μου λέει «Την επόμενη φορά φέρε κι εκείνη την Αμαλίτσα, να την έχω παρέα, κι αν θέλει κανείς ας πει κουβέντα», κατάλαβα πως ο χρόνος είχε κιόλας κυλήσει.

Καλώς τα φανταράκια τα ζουμπουρλούδικα

Τον γνώρισες ενώ υπηρετούσε τη θητεία του κοντά στην περιοχή όπου μένεις; Κουτό κορίτσι! Οι έρωτες στο χακί μοιάζουν λίγο πολύ με τους έρωτες των διακοπών. Δεν πρέπει να επενδύεις σ’ αυτούς, πάρα μόνο αν φτάσουν να δοκιμαστούν σε Κ.Σ. Πριν ξεκινήσεις να φτιάχνεις βαλίτσες, φρόντισε να του μιλήσεις για όλα όσα περιμένεις από τη σχέση σας.

Ένα καλό τεστ είναι να του ζητήσεις στην επόμενη άδειά του να τον συνοδεύσεις στην πόλη του, για να γνωρίσεις και τους φίλους του «για τους οποίους τόσα έχεις ακούσει». Αν στην πορεία διαπιστώσεις πως κάτι δεν πάει καλά, μη διστάσεις να του δώσεις το απολυτήριο με συνοπτικές διαδικασίες.

Απολύομαι και, μετά, τρελαίνομαι

Αν νομίζεις ότι με το απολυτήριο όλα τελειώνουν, κάνεις λάθος. Ακολουθεί η μεταπολεμική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας όλες οι συζητήσεις θα αφορούν το στρατό, όλες οι παρέες θα είναι από το στρατό… Μην ανησυχείς, δεν θα του μείνει μόνιμο κουσούρι. Απλώς κάνε υπομονή και καθόλου ερωτήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας