Το «να υπάρχει» δεν είναι λίγο…

Δε θυμάμαι ποια χρονιά παρακολούθησα, για πρώτη φορά, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Το 3 είχε μπροστά η αρίθμηση… Θυμάμαι το μυημένο κοινό να τα παρατά όλα και να κλείνεται για δέκα μέρες στις αίθουσες, κι όλους εμάς τους υπόλοιπους να ψάχνουμε τον «Εξώστη», την «Παράλλαξη», τα πάρτι και τα καλλιτεχνικά στέκια. Ήταν η καλύτερη περίοδος του χρόνου για τη Θεσσαλονίκη: φθινόπωρο, νεολαία, συζητήσεις, ζυμώσεις, δημιουργική διαχείριση του χρόνου μας, της φτώχειας μας…

Μετά ήρθαν οι παχυλές χρηματοδοτήσεις και η «διεθνής καριέρα»: επώνυμοι καλεσμένοι, λιμουζίνες, μπερεκέτια και (μωρο)φιλοδοξίες. Πράγματα παράταιρα με την κουλτούρα της πόλης και την οικονομική της κατάσταση. Ευτυχώς τελείωσαν νωρίς…

Κι ερχόμαστε στο σήμερα… Το στραπατσαρισμένο, αμακιγιάριστο σήμερα που θέλει το 54ο (Τάσο Ρέτζιο, γερνάς…) Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να αποτελεί μια σύνθεση αυτοοργάνωσης, εθελοντισμού και ρομαντισμού από όλους τους συντελεστές του, με στόχο, πλέον, όχι το να διακριθεί και να μπει στο κάδρο των μεγάλων διεθνών θεσμών, αλλά το «να ζήσει», να υπάρξει… απλά!

Μην το γελάτε, δεν είναι λίγο αυτό. Σε μια χώρα χωρίς υγεία και παιδεία, χωρίς κρατική χρηματοδότηση και με βομβαρδισμένο όλον τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό, το να υπάρχει στη συμπρωτεύουσα ένα φεστιβάλ κινηματογράφου είναι πράξη γενναία και επαναστατική, είναι μια μικρή πολυτέλεια που πρέπει να προφυλαχτεί σαν κόρη οφθαλμού.

Και φυσικά αυτό θα γίνει αποκλειστικά και μόνον από εμάς τους ίδιους… Μην περιμένετε βοήθεια από κανέναν. Η ίδια η πόλη θα το σώσει το φεστιβαλάκι της. Θα γεμίσει τις αίθουσες, θα στηρίξει οικονομικά μέσω των επιχειρήσεων που θα διαφημιστούν, θα διεκδικήσει μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση… Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ είναι και πρέπει να παραμείνουν ζωντανά και πρωτοπόρα, για να τονώσουν το πεσμένο ηθικό του απλού κόσμου που αγκομαχά αλλά προοπτική δεν βλέπει.

Κι αν το σκεφτείς, είναι μεγάλη μαγκιά, ρε καρντάσια Θεσσαλονικείς, εν μέσω τέτοιας απίστευτης λαίλαπας, να έχουμε στην πόλη μας τον Τζιμ Τζάρμους. Να έχουμε ένα λιμάνι καταπληκτικό, αναπλασμένο, να σφύζει από ζωή…

Είναι πολυτέλεια και καμποϊλίκι και μπράβο μας που θα πάρουμε τις οικογένειες και θα κατέβουμε στα καλντερίμια του λιμανιού για δέκα ολόκληρες μέρες. Θα χαζέψουμε τα δωρεάν περιοδικά, θα δούμε τις ταινίες μας, θα πιούμε τον καφέ μας και, αν κάτσει και κανένα καλό παρεάκι, θα συνεχίσουμε σε κάποιο εστιατόριο του κέντρου για λίγο κρασί και φαγητό, γιατί… η απελπισία μας θέλει καλοπέραση και γιατί «Γερμανοί δεν θα γίνουμε ποτέ», αδέλφια.