Το Σίτι δεν συναρπάζει όσο άλλες αγορές

Την περασμένη εβδομάδα, η εθνική ομάδα ράγκμπι της Αγγλίας κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αυστραλία, προσφέροντας στη Βρετανία τη μεγαλύτερη αθλητική της νίκη στα τελευταία 30 χρόνια. Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου, το τρίτο σε μέγεθος στον πλανήτη μετά της Νέας Υόρκης και του Τόκιο, δεν θα μπορέσει όμως να προσφέρει ανάλογες χαρές στους Άγγλους.

Η λονδρέζικη αγορά δεν έχει μείνει πίσω στο παγκόσμιο χρηματιστηριακό ράλι που ξεκίνησε στα μέσα του Mαρτίου. Παράλληλα όμως δεν καταφέρνει ούτε να συναρπάσει όσο άλλες αγορές και οι αναλυτές πιστεύουν ότι δεν θα τα καταφέρνει για πολύ καιρό ακόμα.

Eως σήμερα στην εφετινή χρονιά, ο δείκτης FTSE 100 έχει ενισχυθεί κατά 11% σε σύγκριση με την άνοδο κατά 17% του δείκτη Dow Jones Industrial Average, κατά 29% του γερμανικού δείκτη Xetra DAX και κατά 16% του ιαπωνικού Nikkei.

Ενα από τα προβλήματα του Λονδίνου είναι ότι η Βρετανία τα πήγε καλύτερα από τις περισσότερες άλλες χώρες κατά τη διάρκεια της ύφεσης που βύθισε τα υπόλοιπα χρηματιστήρια διεθνώς. Ως αποτέλεσμα, οι βρετανικές μετοχές δεν κατάφεραν να προσφέρουν κάποια “αουτσάιντερ” που κατέπληξαν στην εφετινή μετοχική άνοδο, όπως μπόρεσαν να κάνουν άλλες αγορές – η γερμανική, ας πούμε.

Στη βρετανική αγορά οι αμυντικοί κλάδοι αποτελούν την πλειονότητα, όπως τα φάρμακα, οι οικονομικές εταιρίες, οι τηλεπικοινωνίες και τα πετρέλαια, που είναι οι αγαπημένες επιλογές των επενδυτών σε καιρούς πτώσης. Αλλά υπάρχει έλλειψη κυκλικών κλάδων, οι οποίοι αποτελούνται από εταιρίες που ευνοούνται περισσότερο από την ανάκαμψη της οικονομίας, όπως οι πρώτες ύλες, οι βιομηχανικές μετοχές και οι τεχνολογικές, οι οποίες είναι και εκείνες που πυροδότησαν το πρόσφατο ράλι.

Επιπλέον, η βρετανική αγορά έχει και τα εσωτερικά της προβλήματα. Στις 6 Νοεμβρίου η Kεντρική Tράπεζα της χώρας αποφάσισε να αυξήσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια κατά 0,25 μονάδες βάσης στο 3,75% και οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι τα επιτόκια θα διατηρήσουν ανοδική πορεία έως το 4,75% ή 5% έως το τέλος του επόμενου έτους. Επιπλέον, οι Βρετανοί καταναλωτές είναι υπερχρεωμένοι, ενώ παράλληλα αρκετοί αναλυτές θεωρούν την αγορά ακινήτων της Αγγλίας μια φούσκα που είναι έτοιμη να σκάσει.

Είναι λοιπόν λογικό που πολλοί αναλυτές συνιστούν στους επενδυτές να “υπο-σταθμίσουν” το άνοιγμα στις βρετανικές μετοχές τόσο στα ευρωπαϊκά, όσο και στα διεθνή χαρτοφυλάκια. H J.P. Morgan, σε πρόσφατη έκθεση προς τους πελάτες της, προβλέπει ότι το λονδρέζικο χρηματιστήριο θα έχει συνολική απόδοση 4% του χρόνου.

Αυτές οι δυσοίωνες προβλέψεις έχουν στείλει πολλούς διαχειριστές σε αναζήτηση ευκαιριών. Ψάχνουν για τίτλους που ακόμη κι αν είναι παλιομοδίτικοι και βαρετοί, έχουν μεγάλη μερισματική απόδοση. Παράδειγμα, η μερισματική απόδοση της αλυσίδας σούπερ μάρκετ J. Sainsbury διαμορφώνεται στο 5,03%, της ασφαλιστικής Aviva στο 4,82%, της τράπεζας Abbey National στο 4,59% και της εταιρίας ηλεκτρικής ενέργειας National Grid Transco στο 4,26%.