Τρία Μεγάλα Κεφάλια κρατούν στα χέρια τους την παγκόσμια οικονομία

Τρία Μεγάλα Κεφάλια κρατούν στα χέρια τους την παγκόσμια οικονομία

Μέχρι και πριν από μία εβδομάδα, ελάχιστοι είχαν ακουστά το όνομα του Ντέιβιντ Μπιρς. Σήμερα, δύσκολα κανείς θα διαφωνήσει ότι ο 58χρονος μανιώδης καπνιστής με το χαρακτηριστικό μουστάκι είναι ο ισχυρότερος άνθρωπος στην παγκόσμια οικονομία. Είναι αυτός που την 5η Αυγούστου αποφάνθηκε ότι οι ΗΠΑ δεν αξίζουν πια το παράσημο της απόλυτης φερεγγυότητας, την άριστη πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ. Ο Μπιρς, ως επικεφαλής κρατικών αξιολογήσεων της Standard & Poor’s, έφερε την παγκόσμια οικονομία στο χείλος της αβύσσου.

Ο οικονομολόγος που μέχρι πρότινος παρέμενε στο σκοτάδι, έγινε μέσα σε ένα βράδυ ο πιο διάσημος και περιζήτητος άνθρωπος από τα διεθνή media στην παγκόσμια οικονομική σκηνή. Λίγες ώρες μετά την υποβάθμιση των ΗΠΑ ο Ντέιβιντ Μπιρς απέκτησε ειδική αναφορά στην ιντερνετική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia και πολυάριθμες προσκλήσεις για τηλεοπτικές συνεντεύξεις.

Το ευρύ κοινό μπορεί μόλις τώρα να γνώρισε τον Μπιρς, όμως, το όνομα και η δράση του ήταν γνωστά σε κάθε υπουργείο Οικονομικών ανά τον πλανήτη ακόμα και πριν από την υποβάθμιση της αξιολόγησης των ΗΠΑ. Ως επικεφαλής μιας ομάδας 70 αναλυτών που αξιολογούν τη φερεγγυότητα 126 κυβερνήσεων από όλο τον κόσμο για λογαριασμό της Standard & Poor’s, ο Μπιρς είναι ίσως ο ισχυρότερος οικονομολόγος στον κόσμο, στη σημερινή εποχή των καταχρεωμένων κρατών.

Ουσιαστικά, ηγείται του κρίσιμου τομέα των κρατικών αξιολογήσεων της S&P που είναι κατά γενική ομολογία ο οίκος με τη μεγαλύτερη επιρροή από το λεγόμενο «Big 3» του κλάδου.

Ο Μπιρς κάνει αξιολογήσεις κρατών εδώ και 20 χρόνια για λογαριασμό της Standard & Poor’s. Πρόκειται για έναν βετεράνο της Wall Street, ο οποίος έπειτα από τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια και στο London School of Economics, δούλεψε ως οικονομολόγος στη Salomon Brothers και αργότερα ως ανεξάρτητος οικονομικός σύμβουλος.

Όπως είναι αναμενόμενο, οι σχέσεις του με την αμερικανική κυβέρνηση δεν είναι οι καλύτερες. Ο ξένος Τύπος αποκαλύπτει ότι ο αναλυτής, που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, δέχτηκε πολιτικές πιέσεις από την Ουάσιγκτον από την πρώτη στιγμή που γνωστοποίησε την πρόθεσή του να υποβαθμίσει την αξιολόγηση ΑΑΑ.

Σε εκείνη τη φάση, ο αναλυτής σχολίαζε στη Wall Street Journal: «Δεν έχω συναντήσει μέχρι στιγμής πολλές κυβερνήσεις που να μας υποδέχονται θετικά όταν τους μιλάμε για την πιθανότητα να υποβαθμίσουμε την πιστοληπτική τους ικανότητα».

Μετά την υποβάθμιση, εξήγησε στο Reuters ότι απλά έκανε το… καθήκον του. «Παίρνουμε τις ευθύνες μας πολύ στα σοβαρά. Και μετά από εκτενή ανάλυση, η αρμόδια επιτροπή καταλήγει ότι εάν μια αξιολόγηση δεν βρίσκεται στα επίπεδα που θα έπρεπε, είναι καθήκον μας να πάρουμε την αντίστοιχη απόφαση», είπε.

Υβριστικά e-mails και ποδόσφαιρο για εκτόνωση

Ο Ντέιβιντ Ρίλεϊ και η υπόλοιπη ομάδα κρατικών αξιολογήσεων της Fitch δέχεται το τελευταίο διάστημα υβριστικά e-mails. Ο 45χρονος Βρετανός, πατέρας δύο παιδιών, έχει πολλούς εχθρούς. Έχοντας υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, θεωρείται από πολλούς Ευρωπαίους υπεύθυνος για τα επώδυνα μέτρα λιτότητας που τους επιβάλλονται. Είναι ο άνθρωπος που πρόκειται σε λίγες ημέρες να κηρύξει τη χρεοκοπία της Ελλάδας, στο πλαίσιο της συμφωνίας για να πληρώσουν και οι ομολογιούχοι της ένα μέρος του δεύτερου πακέτου διάσωσης.

Και επιπλέον, τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι έως τα τέλη του Αυγούστου θα έχει αποφασίσει αν θα ακολουθήσει το παράδειγμα της Standard & Poor’s, υποβαθμίζοντας την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ.

Ο ίδιος ο Ρίλεϊ δείχνει κατανόηση απέναντι σε εκείνους που τον θεωρούν υπεύθυνο για τα οικονομικά τους προβλήματα. «Ο κόσμος δεν ξέρει ποιος πουλά τα ιταλικά ομόλογα, ποιος σορτάρει τους ισπανικούς τίτλους ή ποιος ποντάρει σε μια ελληνική χρεοκοπία. Όμως, μπορεί εύκολα να κατανοήσει έναν τίτλο που γράφει ‘η Ελλάδα υποβαθμίστηκε’ και εξίσου εύκολα να στρέψει το δάχτυλο σε εκείνον που το έκανε», έλεγε σε πρόσφατη συνέντευξή του στους New York Times.

Εξάλλου, αυτές οι φραστικές επιθέσεις από οργισμένους Ευρωπαίους δεν είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντά στη δουλειά του, ως επικεφαλής της 30μελούς ομάδας της Fitch που αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα των κυβερνήσεων. Κορυφαίοι αξιωματούχοι της Ευρώπης και του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ έχουν το νούμερο του Ρίλεϊ αποθηκευμένο στη μνήμη των τηλεφώνων τους, και το χρησιμοποιούν συχνά, ελπίζοντας ότι θα τον μεταπείσουν, όταν εκείνος ετοιμάζεται να δημοσιεύσει άλλη μία αρνητική έκθεση.

Όταν δεν μιλά στο τηλέφωνο με κάποιον υπουργό, ο αναλυτής προσπαθεί να εξηγήσει σε διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων, ασφαλιστικών εταιρειών ή κρατικών funds τι σημαίνει η υποβάθμιση των ΗΠΑ ή μια ευρωπαϊκή χρεοκοπία.

Αναζητώντας κάποια εκτόνωση από την πίεση της δουλειάς του, ο Ρίλεϊ παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα της Fitch κάθε Τρίτη μεσημέρι και δεν χάνει ευκαιρία για ένα παιχνίδι στο PlayStation με τον 17χρονο γιο του. Όπως λέει, τόσο ο ίδιος όσο και η υπόλοιπη ομάδα του στη Fitch φρόντισαν να αποκτήσουν ένα «γερό στομάχι», για να αντέχουν στις πιέσεις.

Τις πιέσεις από τις οποίες απαλλάχθηκε πριν από λίγο καιρό το τρίτο από τα «Μεγάλα Κεφάλια» του Big 3. Ο Πιερ Καγιετό ήταν ο επικεφαλής κρατικών αξιολογήσεων της Moody’s. Όμως, τον Μάιο του 2010, την ώρα που οι οίκοι δέχονταν έντονες επικρίσεις για τον ρόλο τους στη χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και η ελληνική κρίση φούντωνε, ο αναλυτής ξάφνιασε με την απόφασή του να αποχωρήσει από την εταιρεία.

Ήταν η εποχή που η Standard & Poor’s είχε υποβαθμίσει την Ελλάδα σε junk (προκαλώντας την οργή των Ευρωπαίων πολιτικών), αλλά η Moody’s επέμενε ακόμα ότι η χώρα άξιζε μια θέση στην επενδυτική κατηγορία. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι μια τέτοια αλλαγή προσώπων δεν μεταβάλλει δραματικά τις αποφάσεις του οίκου για τη φερεγγυότητα κάποιας χώρας, αφού αυτές κατά κανόνα λαμβάνονται από ολόκληρη την επιτροπή αξιολογήσεων.

Έτσι, ο διάδοχος του Καγιετό, Μπαρτ Οόστερβελντ, προειδοποίησε, όπως και οι υπόλοιποι οίκοι, ότι με τη συμφωνία για την ανταλλαγή των ομολόγων η Ελλάδα οδεύει προς το καθεστώς της χρεοκοπίας.

Όσο για τον Καγιετό, αυτός μάλλον θα έχει την ευκαιρία να ξανασυναντήσει την ελληνική κυβέρνηση και τις υπόλοιπες που κάποτε αξιολογούσε. Λίγους μήνες μετά την αποχώρησή του από τη Moody’s, προσελήφθη από το τμήμα της Lazard που συμβουλεύει κυβερνήσεις, καθώς η εταιρεία (που αποτελεί μεταξύ άλλων σύμβουλο της Ελλάδας) προφανώς θέλησε να εκμεταλλευτεί την πλούσια εμπειρία του σε ζητήματα δημοσίου χρέους.

Το λάθος των 2,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων

Όταν ένας αναλυτής ετοιμάζεται να κάνει αυτό που άλλοτε φάνταζε αδιανόητο, να στερήσει από την ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη την αξιολόγηση ΑΑΑ, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να τσεκάρει και να επαληθεύσει τα νούμερά του ξανά και ξανά. Ο Μπιρς και οι υπόλοιποι αναλυτές της Standard & Poor’s που υποβάθμισαν τις ΗΠΑ μάλλον ξέχασαν να το κάνουν.

Για την ακρίβεια, στην ανάλυσή τους, τους ξέφυγε ένα… λαθάκι αξίας 2 τρισ. δολαρίων. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό ήταν αρκετό για να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και τον οίκο αξιολόγησης.

Όπως προβλέπεται σε τέτοιες περιπτώσεις, λίγο πριν ανακοινώσει την υποβάθμιση των ΗΠΑ, η S&P γνωστοποίησε στην αμερικανική κυβέρνηση την πρόθεσή της και το σκεπτικό της. Παρά τον δικαιολογημένο πανικό των κρίσιμων αυτών ωρών, η Ουάσιγκτον δεν άργησε να επισημάνει ένα λάθος ύψους 2,1 τρισ. δολαρίων στους υπολογισμούς του οίκου για το χρέος. Και ζήτησε από τους αναλυτές να αναβάλουν την ανακοίνωση της υποβάθμισης και να το… ξανασκεφτούν. Η S&P παραδέχτηκε το λάθος της, αλλά επέμεινε στην ανακοίνωση. Ανεξάρτητα από τη διαφορά στα νούμερα του χρέους, η πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ οδηγεί στην υποβάθμιση, είπε ο Μπιρς.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών και ο Λευκός Οίκος δεν χαρίστηκαν στην Standard & Poor’s. «Η έκταση του λάθους αυτού και η βιασύνη με την οποία η S&P; άλλαξε το βασικό σκεπτικό της για την υποβάθμιση όταν της επισημάνθηκε το λάθος, γεννούν θεμελιώδη ερωτήματα για την αξιοπιστία και την ακεραιότητα των αξιολογήσεων», είπε αξιωματούχος του υπουργείου.

Αυτή, βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που η ανεπάρκεια των οίκων αξιολόγησης έρχεται στο φως. Κατά τη διάρκεια της Ασιατικής Κρίσης του 1997-1998, οι αναλυτές απέτυχαν να προειδοποιήσουν για την κλιμάκωση των ανισορροπιών στην περιοχή, που αργότερα οδήγησαν στην κατάρρευση των νομισμάτων της και την ύφεση των οικονομιών της.

Το 2001 έδειξαν εξαιρετικά άσχημα αντανακλαστικά: συνέχιζαν να δίνουν υψηλή αξιολόγηση στην Enron, την ώρα που η επικείμενη κατάρρευση του άλλοτε πανίσχυρου ενεργειακού κολοσσού ήταν πλέον εμφανής. Η σύγκρουση συμφερόντων πάνω στην οποία έχει βασιστεί ολόκληρο το μοντέλο λειτουργίας των τριών οίκων, ήρθε στην επιφάνεια το 2008, όταν οι αναλυτές τους επέμειναν να αξιολογούν με ΑΑΑ τους τίτλους που λίγο αργότερα αποδείχθηκαν τοξικοί.

Έχοντας επιδείξει στο παρελθόν μειωμένα αντανακλαστικά και καθυστερημένες αντιδράσεις, οι οίκοι επιχειρούν τώρα να αλλάξουν την τακτική τους, δίνοντας ωστόσο αφορμή για νέες επικρίσεις. Στην περίπτωση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και των αλλεπάλληλων υποβαθμίσεων των ευρωπαϊκών χωρών, κατηγορούνται από τους πολιτικούς για υπερβολικό ζήλο

Η ιστορία των δύο μεγάλων οίκων

Moody’s

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Τζον Μούντι έφερε την επανάσταση στις αγορές με το Moody’s Manual, έναν εκτενή οδηγό με πληροφορίες για μετοχές και ομόλογα. Η επιχείρησή του δεν άντεξε το Κραχ του 1907. Όμως ο Μούντι επανήλθε το 1909 με ένα σύστημα που ανέλυε και αξιολογούσε τα ομόλογα και τις μετοχές των σιδηροδρόμων. Μέσα σε λίγα χρόνια, η εταιρεία του αξιολογούσε κάθε ομόλογο που κυκλοφορούσε. Τη δεκαετία του 1970, η Moody’s δημιούργησε το επιχειρηματικό μοντέλο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν ολόκληρος ο κλάδος.

Standard & Poor’s

Η ιστορία της ξεκινά το 1860, όταν ο Χένρι Βάρνουμ Ποορ’ς δημοσιεύει το «History of the Railroads and Canals of the United States», στο οποίο περιλαμβάνονται λεπτομερή οικονομικά στοιχεία για τους σιδηροδρόμους. Το 1906, ο Λούθερ Μπλέικ, ένας επίδοξος ηθοποιός που δούλευε ως τραπεζίτης ενώ κυνηγούσε μια καριέρα στο Μπρόντγουεϊ, ίδρυσε την Standard Statistics Bureau και άρχισε να δημοσιεύει κάρτες με νέα για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το 1941 οι δύο εταιρείες συγχωνεύτηκαν. Η S&P; πουλήθηκε στον εκδοτικό όμιλο McGraw – Hill το 1962.

Προηγούμενο άρθροPost Mortem: Δεν μπορείς για τίποτα να είσαι σίγουρος
Επόμενο άρθροFahrenheit: Λαχανιάζει ο ήρωας, ιδρώνει ο παίκτης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ