Ulver – Kveldssanger: Μουσική από το κρύο

Ulver - Kveldssanger: Mουσική από το κρύο

Ulver – Kveldssanger: Mουσική από το κρύο

Ωπ! Έλα δω! Μη φοβάσαι βρε, δε θα σε δαγκώσω… Είναι για καλό.

Λοιπόν, άραξε και μόκο για να τελειώνουμε!

Αν ο όρος metal σου φέρνει φαγούρα, θα σου αποδείξω ευθύς αμέσως πως στο ιδίωμα υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν από μουσική και μάλιστα καλύτερα από τον Yanni που ακούει η μάνα σου (όταν πετυχαίνει video στην τηλεόραση μόνο).

Όχι! Δεν εννοώ τους Dream Theater. Εντάξει είναι τα παιδιά, αλλά ποτέ δε ξέφυγαν από τα στεγανά του σκληρού ήχου, όσες κωλοτούμπες και αν κάνουν με τα όργανά τους. Εδώ θα ρίξουμε τις ταχύτητες — και πολύ μάλιστα. Κάτσε, περίμενε, σου έχω κι άλλα! Δεν έχει κιθάρες! Μάλιστα, δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες, πάρα μόνο πολλές ακουστικές και ο δίσκος δεν είναι unpluged.

Για να μπούμε στο ζουμί όμως. Τατα τατα ταταν…

Εκ της μεσογειακής Ελλάδας περνάμε στη Νορβηγία.

Εδώ μιλάμε πιθανότατα για το πιο πειραματικό συγκρότημα που υπήρξε ποτέ! Αν ξέρεις κι άλλους εξίσου σαλεμένους, περιμένω σχόλιο.

Ξεκίνησαν παίζοντας black metal, συνέχισαν σε folk -του κερατά όμως- μονοπάτια, μετά τα κάνανε πακέτο με μια δόση σεληνιασμού και μας έδωσαν τ’ αυτιά στα χέρια. Στο κατόπι πέρασαν σε μελοποιήσεις ποιημάτων Βρετανού ποιητή που θα έπρεπε να ξέρεις αν έπαιζες σε τηλεπαιχνίδι γνώσεων και ήσουν στην δεύτερη ερώτηση (W. Blake)…

Μετά, επειδή τελείωσε η κόκα και είχαν μείνει μόνο μανιτάρια να φάνε, το γύρισαν σε αφαιρετική electronica με μπολιάσματα IDM, breakbeat και μπακαλιάρου σκορδαλιά. Αφού άρχισαν να ξεμαστουρώνουν με τον πρωινό καφέ έβγαλαν και ένα δίσκο με jazz επιρροές πάνω σε ηλεκτρακουστικά μοτίβα, trip-hop περάσματα και μακάβριο τίτλο – αν το trip-hop είναι ο μόνος όρος που αναγνωρίζεις ως τώρα, μη κωλώσεις! Έχει ζουμί το θέμα και θα μπορείς να το παίζεις ψαγμένος στους φίλους σου ότι μουσική κι αν ακούνε.

Εκεί στα πρόπερσι-παρά-κάτι λοιπόν, κυκλοφόρησαν και το τελευταίο ως τώρα album τους, το “Shadows of the Sun” μέσα στο οποίο θα ακούσεις, μαζί με τις επιρροές από κλασικούς μουσικούς και theremin, και μια διασκευή σε Black Sabbath. Α! Παραμένουν τα ίδια άτομα από την αρχή της καριέρας τους! …ουφ!

Το καλύτερο δε στο είπα όμως. Με ότι κι αν έχουν καταπιαστεί οι εν λόγω κύριοι βγάλανε αριστούργημα.

Ήμουν σε δίλημμα – τρίλημμα – τετράλημμα σχετικά με το ποιόν δίσκο θα παρουσίαζα, κι έτσι διάλεξα απλά τον αγαπημένο μου και ίσως τον πιο υποτονικό, αλλά και πιο μελωδικό: το δεύτερο πόνημά τους ονόματι Kveldssanger.

Μετά τον black metal ογκόλιθο Bergtatt (χαλαρά μέσα στους 10 καλύτερους δίσκους του κινήματος), τα “παιδιά από το κρύο” επέστρεψαν εν έτη 1996, με ένα δίσκο που έφερε μεγάλο διχασμό στους οπαδούς τους. Από τα μεταλλικά πλαίσια στα οποία κινούνταν μέχρι τότε, κάνανε στροφή 180.000 μοιρών παρουσιάζοντάς μια δουλειά με πολλά-πάρα-πολλά έγχορδα, ακουστικές κιθάρες, τσέλο, ελάχιστα ηλεκτρονικά στοιχεία και φωνητικά.

Φωνητικά τα οποία όμως χρησιμοποιούσαν σαν όργανο! Για να εξηγούμαι — χρησιμοποιούν μια τεχνοτροπία εκκλησιαστικής χορωδίας, περνώντας τη στη μουσική τους. Οι φωνές ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, θρηνούν ή εξυμνούν δίπλα στα άλλα όργανα καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου. Στο κομμάτι “A Cappella (Sielens Sang)” μάλιστα παίρνουν ηγετικό ρόλο και σολάρουν κάνοντας μαγικά στ’ αυτιά σου!

Τα κομμάτια είναι μικρά στην πλειοψηφία τους και δε σε κουράζουν, ενώ μια μελαγχολία είναι διάχυτη καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου. Όχι η μελαγχολία της κλαμμένης πούτσας όμως! Ούτε αυτή που σε πιάνει όταν η τουαλέτα είναι πιασμένη κι εσύ έχεις κόψιμο. Αλλά αυτή η γλυκιά μουντάδα που νιώθεις όταν είσαι με καλά φιλαράκια (ναι με φιλαράκια ρε! Όσοι έχετε στο μυαλό γκόμενα όταν ακούτε μελαγχολία, αυτομαστίγωμα επειγόντως να στρώσετε!) και κρασιά και σας έρχονται αναμνήσεις από άλλα πιώματα, στα οποία ο ένας συμπληρώνει αυτά που δε θυμάται ο άλλος.

Αν καθόσουνα γύρω από μια φωτιά, εν μέσω ενός δάσους, ένα βράδυ με φίλους και κιθάρες, σίγουρα κάτι τέτοιο θα έπαιζε μέσα σου (μέχρι κάποιος σπαστικός να πάρει την κιθάρα και να αρχίσει να απαγγέλλει Χατζηβλάκα η Πυξ-Βλαξ για να καταλήξει γρονθοκοπημένος και φαγωμένος από τοπικά έντομα).

Η ακρόαση του δίσκου είναι μια τελετουργία. Όχι και πραγματικά ΌΧΙ δεν μπορείς να ακούσεις αυτό τον δίσκο ενώ παίζεις WOW, ενώ μαγειρεύεις ή ενώ προσέχεις το μικρό σου ανιψάκι. Είναι απ’ αυτούς τους δίσκους που θέλουν την προσοχή σου, όσο easy listening κι αν σου ακουστεί στην αρχή. Σε περιμένει να σε ταξιδέψει και να σε πάει σε μέρη μαγικά κι αλλιώτικα.

Πόσο καιρό έχεις να ακούσεις μουσική που θα σε χαλαρώσει, θα σε γαληνέψει, δε θα σε παιδέψει και θα σου ανταποδώσει την προσοχή σου αυτόματα; Δε χρειάζεται να ξεκλειδώσεις “αυτό που θέλει να σου πει ο ποιητής“, απλά κάνε λίγη ησυχία μέσα στο κεφάλι σου και δώσ’ του χώρο να ξεδιπλώσει το μεγαλείο του. Θα σε πάρει απ’ το χεράκι κι εσύ δε θα πεις κουβέντα. Απλά θα πας!

Η επιστροφή να ξέρεις θα είναι ξενέρωτη αλλά έτσι είναι όλα τα ωραία ταξίδια.

Κάποτε τελειώνουν.