William Blake: Ο χαράκτης της Κόλασης και του Παράδεισου

William Blake: Ο χαράκτης της Κόλασης και του Παράδεισου

Επιτέλους ησυχία τάξη και ασφάλεια! Τα κουνούπια πετάνε ελεύθερα, οι ζέστες έχουν σφίξει, η πόλη αδειάζει για να μείνουμε οι παρανοϊκοί, που μισούμε τις παραλίες, μόνοι μας και να πετάξουμε αετό στην μέση της Εγνατίας. Πριν όμως αγγαρέψουμε την Γεωργία να μας βρει πως θα φτιάξουμε τους αετούς μας, είναι καιρός να χαλαρώσουμε και να γράψουμε όμορφα και χαρωπά την βιογραφία της εβδομάδας.

Τι σου έχω μάτια μου! Τι σου έχω! Σήμερα θα ψαχουλέψουμε την περίπτωση ενός πολύ ενδιαφέροντος μπάρμπα. Ενός μπάρμπα πολυμηχανήματος, ενός μπάρμπα πολυτεχνίτη, ερημοσπίτη, παλαβού και αξιαγάπητου.

Σήμερα επιτέλους θα βγάλω από τα κιτάπια μου τον πολυαγαπημένο William Blake, και μην μου πεις το συνηθισμένο σου “ποιος είναι αυτός;” θα σε καρυδώσω. Τον έχουμε αναφέρει αρκετές φορές τον κύριο σε τούτη τη στήλη με τα αφιερώματα και τις βιογραφίες.

Όπως και να ‘χει, ο κυριούλης δαύτος ήταν υπέροχο φρούτο, εκπληκτικός καρπός του διάολα. Ποιητής, ζωγράφος, χαράκτης και αποκρυφιστής, με εκκεντρικότατες, συχνά ριζοσπαστικές και σχεδόν παλαβές, ιδεολογίες και εμπνεύσεις, κατάφερε μετά θάνατον να στιγματίσει όλο το κίνημα του Ρομαντισμού. Εν ζωή βλέπεις, όλοι τον θεωρούσαν τρελάκια και τον είχαν στο φτύσιμο. Έπρεπε να περάσει μισό αιώνα μέσα στο χώμα για να αντιληφθούν την γαματοσύνη του έργου του. Κλασσική περίπτωση αδικημένου εν ζωή τυπακίου, έχουμε δει και άλλες τέτοιες θαρρώ.

Μη σου σκοτίζω όμως τα αρχίδια προλογίζοντας τον. Πάμε βουρ για βιογραφία!

Ο William Blake (ελληνικά: Ουίλιαμ Μπλέικ) γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1757 στο Σόχο του Λονδίνου. Η οικογένεια του ήταν πολύτεκνη – δηλαδή είχε άλλα 4 κουτσούβελα – και όχι ιδιαιτέρως οικονομικά ευκατάστατη, αλλά οι γονείς του μικρού William είδαν από νωρίς την κλίση του εις την τέχνη και έκαναν ότι καλύτερο για να τον στρέψουν προς τα εκεί. Άλλωστε παραήταν ονειροπόλος και παράλληλα αντιδραστικός για να την παλέψει στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα — διαχρονικά τα ίδια χάλια έχει δαύτο.

Έτσι τον έστειλαν να μάθει ζωγραφική και στα 14 του τον έδωσαν στην καλλιτεχνική μέριμνα του χαράκτη James Basire. Εκεί ο μικρός William έμαθε τα τερτίπια της χαρακτικής τέχνης για μια επταετία και μετά σηκώθηκε και έφυγε από το εργαστήριο του Basire. Οι κακές γλώσσες τους θέλουν μαλωμένους, αν και δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη απτή απόδειξη για αυτό, πέρα από το ότι μεταγενέστερα ο Blake στην λίστα με τους καλλιτεχνικούς του ανταγωνιστές είχε γράψει το όνομα του Basire, και μετά του έκανε ένα ωραιότατο cross-out. Ποιος ξέρει τι έπαιζε μεταξύ τους και κυρίως στο μυαλό του δικού μας…

Εν συνεχεία, το 1779 στις 8 Οκτωβρίου, τον πήραν στη Βασιλική Ακαδημία (Royal Academy of Arts) στην οποία όμως αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω τσιπιδοσύνης και spaz-ικής συμπεριφοράς. Γιατί; Κατ’ αρχάς γιατί η Ακαδημία μπορεί να μην ζητούσε δίδακτρα, αλλά οι φοιτητές έπρεπε να πληρώνουν από την τσέπη τους τα υλικά τους, πράγμα που στον William φάνταζε εξοργιστικό και το έκανε θέμα (χαλάρωσε φίλος, σε εμάς ούτε στρατσόχαρτο δεν παίζει) και παράλληλα είχε μια υπέροχη έχθρα με τον πρόεδρο της σχολής τον Joshua Reynolds.

Η έχθρα υπήρχε αρχικά γιατί ο Reynolds ήταν μιμητής του ζωγραφικού στυλ του Rubens, ενώ ο δικός μας είχε πετριά με τους αναγεννησιακούς κυρίους (Michaelangelo, Raphael, Dyrer κ.λ.π.) αλλά επεκτάθηκε στο ότι ο Blake βίδωνε με τις ιδεολογίες υπεραπλούστευσης του Reynolds, όπως και με την υποκριτική του μετριοφροσύνη. Πάνω στην ατάκα του Reynolds από το δοκίμιο του “Discourses” η οποία έλεγε πως “Η διάθεση προς αφαίρεση, η γενικοποίηση και η ταξινόμηση αποτελούν την δόξα του ανθρώπινου νου” ο Blake απαντάει με περίσσιο ερισιανό θράσος: “Το να γενικοποιείς ισοδυναμεί με το να είσαι ηλίθιος, το να αποσαφηνίζεις είναι από μόνο του δείγμα αξίας“. In your face Reynolds!

Πριν καν ξεμπερδέψει με την σχολή του-ήταν εξαετής η φοίτηση εκεί βλέπεις-εν έτει 1782 πήγε και έβαλε θηλιά στο λαιμό του. Όχι δεν κρεμάστηκε από το δέντρο της αυλής του, απλά αποφάσισε να παντρευτεί. Η τυχερή ήταν η Catherine Boucher. Κόρη κηπουρού, τελείως αγράμματη, αλλά με χρυσή καρδιά, πήρε τον δικό μας παλαβιάρη και του έκανε γλυκά πατ-πατ στο κεφάλι, μιας και όταν γνωρίστηκαν αυτός βίωνε βαρβάτη ερωτική απογοήτευση. Η Catherine ήταν για τον William σύντροφος ζωής, τον φρόντιζε, τον βοηθούσε στην δουλειά του και δεν του έκανε ποτέ σκηνικά για το ότι από ένα σημείο και μετά ήταν πάντα άφραγκος. Από την άλλη ο William φρόντισε να της μάθει ανάγνωση και γραφή, καθώς και το πως να χρησιμοποιεί πρέσα χαρακτικής.

Ένα χρόνο αργότερα ο Blake δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Poetical Sketches” και το 1784, άνοιξε, μαζί με έναν πρώην συμφοιτητή του, τον James Parker, ένα όμορφο εκτυπωτήριο του οποίου κύριος εργοδότης ήταν ο Joseph Johnson (μεγαλοπιασμένος εκδότης με ριζοσπαστικές ιδέες, που όπως μπορείς να φανταστείς πως έκανε ταιριαστό combo με τον Blake). Όσο καιρό τα είχε καλά με δαύτον, ο Blake είχε μια αξιοσέβαστη οικονομική ευμάρεια. Εκείνη την εποχή επίσης ανακάλυψε και άρχισε να πειραματίζεται με μια πολύ ιδιαίτερη τεχνική χαλκογραφίας γνωστή ως “relief etching“

Τι ιδιαίτερο είχε δαύτη; Εν ουσία ήταν η αντιστροφή της παραδοσιακής τεχνικής. Παραδοσιακά η μεταλλική πλάκα, η μήτρα, στην οποία γίνεται το χαρακτικό, καλύπτεται με μονωτικό βερνίκι.

Μετέπειτα ο χαράκτης, ξεφλουδίζει με τα εργαλεία του το βερνίκι δημιουργώντας το σχέδιο πάνω στην μήτρα και μετά την βάζει σε οξύ, ώστε να διαβρωθούν τα ακάλυπτα σημεία, στα οποία αργότερα μπαίνει το μελάνι και τυπώνεται σε χαρτί. Αυτός ο τρόπος τυπώματος είναι γνωστός ως βαθυτυπία.

Όπως σου ανέφερα ο Blake αντέστρεψε την κατάσταση και από βαθυτυπία το γύρισε σε υψητυπία. Πως; Ζωγραφίζοντας και γράφοντας στις μήτρες με μονωτικό βερνίκι, με αποτέλεσμα κατά την οξείδωση να “τρώγεται” το αζωγράφιστο μέρος της πλάκας και ο δικός μας να περνάει μελάνι σε ότι έμενε “αφάγωτο” και να το τυπώνει. Κλαπ – κλαπ – κλαπ — το ξέρω δεν ενθουσιάστηκες, αλλά εγώ έχω χέσει το παντελόνι μου από χαρά. Μάλιστα ο Blake αποκαλούσε την εν λόγω τεχνική “ξυλογραφία σε χαλκό“. Σωστός!

To 1788 άρχισε να δουλεύει σε μια σειρά αφοριστικών γραπτών χρησιμοποιώντας την τεχνική που σου ανέφερα παραπάνω. Ο τίτλος του πρώτου του γραπτού του με τέτοια θεματολογία ήταν το “All Religions are One” και μετά ακολούθησε το “There is No Natural Religion” πάνω στο ίδιο τυπογραφικό και θεματολογικό μοτίβο. Και τα δύο ενώ φιλοτεχνήθηκαν το 1788, εκδόθηκαν 7 χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1895.

Βέβαια αυτά τα δύο γραπτά, παρά τους προχώ τίτλους τους, είναι απλοί αφορισμοί, που για κάποιους μπορεί να μην έχουν καν νόημα/υπόσταση. Αυτό που εντυπωσιάζει τους περισσότερους όμως, είναι πως σε αυτά τα δύο έργα συναντάμε μια ιδιαιτέρως αρμονική συνύπαρξη γραφής και εικονογράφησης, εικαστικά και τεχνικά για πρώτη φορά στην ιστορία της τυπογραφίας.

Ακολούθησε το “Songs of Innocence and Experience“, μια εικονογραφημένη συλλογή ποιημάτων του Blake, τα οποία έχουν να κάνουν με το δίπολο της αθωότητας και της γνώσης.

Σε κάποιες αναλύσεις αυτό το δίπολο παραληλίζεται με το δίπολο του Παράδεισου και της Κόλασης, αν υπολογίσει κανείς πως η αθωότητα, η άγνοια μπορεί να είναι ένας παράδεισος (βλέπε και το παραμυθάκι της Γένεσης) ενώ η εμπειρία, η γνώση, μπορούν να σε κάνουν να δυστυχήσεις και να θεωρήσεις την ζωή μία κόλαση. Τώρα το τι είναι πιο “καλό” πιο ουσιαστικό από αυτά τα δύο (αν μπορούμε να πούμε πως ισχύουν) βρίσκεται στην κρίση του εκάστοτε ατόμου.

Παρεμπιπτόντως, τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής μπορείς να τα διαβάσεις εδώ, χωρίς την υπερβαρβάτη εικονογράφηση του Blake όμως. Την ίδια χρονιά με το “Songs of Innocence and Experience” ο Blake έγραψε και φιλοτέχνησε το “The Book of Thel“. Μέσα από την ιστορία της Thel, ο Blake πάλι παίζει με το δίπολο άγνοια – γνώση, μιας και η Thel είναι ο χαρακτήρας που θέλει να βγει από την άγνοια, αλλά παράλληλα η γνώση την τρομάζει.

Και μετά όμορφα και χαρούμενα παράτησε τα δίπολα και τους αφορισμούς και το έριξε στις προφητείες. Εδώ, να σου σημειώσω πως ο Blake ισχυριζόταν πως από τα 4 του έβλεπε οράματα, τα οποία είχαν να κάνουν με “θείες” και “δαιμονικές” καταστάσεις. Από το πρόσωπο του Θεού (το οποίο ήταν το πρώτο του όραμα και τον έκανε να βγάλει κακάκια από όλες τις οπές του κορμιού του) μέχρι δαντικές καταβάσεις στην λεγόμενη Κόλαση. Φυσικά όλο αυτό περί οραμάτων έκανε τους λοιπούς διανοούμενους και καλλιτέχνας των καιρών του να τον θεωρούν βαρεμένο. Ενδιαφέροντα μεν, αλλά βαρεμένο δε.

Η αλήθεια είναι πως μπορεί να μην είχαν και μεγάλο άδικο, αλλά κατά την γραφούσα τα οράματα του ήταν λίαν εμπνευσμένα. Όλο αυτό το μικρό προφητικό, αποκρυφιστικό, θρησκευτικό (πες το όπως θέλεις) γλέντι, ξεκίνησε με το βιβλίο του “The Marriage of Heaven and Hell” οπού ο Blake χαρίζει γλυκό πόνο, εκφράζοντας θέσεις ενάντια σε αυτές της Καθολικής Εκκλησίας και μιλώντας για την Κόλαση δίχως τον φόβο και την τρομολαγνεία άλλων συγγραφέων.

Όχι μην φανταστείς κάνα χώσιμο τρελό προς τους “ανθρώπους του Θεού” ότι νύξη κάνει την κάνει με το γάντι, εντάξει ίσως πέρα του “Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας“, που είναι ένα κατιτίς χοντρό.

Μετέπειτα ακολούθησαν τα “Continental Prophesies“, “Visions of the Daughters of Albion“, “America a Prophecy” και “Europe a Prophecy“. Όλα “επικά” και “προφητικά” κινούμενα στο ίδιο μοτίβο και τυπωμένα με την υπέροχη κολασμένη τεχνική του (relief etching, το είπαμε ξεφτέρι μου). Αυτά ήταν τα πρώτα του, ύστερα ακολούθησαν και άλλα κείμενα σε αυτό το μοτίβο, με άμεση ή έμμεση σύνδεση μεταξύ τους.

Οι θεματολογίες, η επικότητα, ακόμα και τα ονόματα των πρωταγωνιστών στα έργα του, φέρνουν μέρος της έμπνευσης τους στην ελληνική μυθολογία και την Βίβλο.

Με το μπάσιμο του 19ου αιώνα, ο Blake πήρε την Catherine από το χεράκι και πήγαν να μείνουν στο Felpham του Sussex. Εκεί ο Blake έκανε κάποιες εικονογραφήσεις και ξεκίνησε το γράψιμο του “Milton: a Poem“. Βέβαια εκεί έμεινε για μια τετραετία, μιας και ο πάτρονας του, ο τύπος για τον οποίο έκανε τις εικονογραφήσεις, ένας ποιητής μικρού βεληνεκούς, ο William Hayley, άρχισε να του την σπάει αφόρητα. Είχε και κάτι μανούρες με έναν στρατιωτικό, τον John Schofield με τον οποίο πιάστηκαν στα χέρια από βλακεία και ο Blake άρχισε να βρίζει τον βασιλιά και να αποκαλεί τους στρατιώτες σκλάβους και έτσι έδεσε το γλυκό.

Οπότε το 1804 επέστρεψε στο Λονδίνο και ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στο “Jerusalem” το οποίο ολοκλήρωσε 16 χρόνια αργότερα. Το κακό είναι πως ούτε το Λονδίνο τον καλοδέχτηκε. Βλέπεις οι δουλειές του λόγω του ύφους τους, δεν ήταν ιδιαιτέρως εμπορικές, με αποτέλεσμα ότι ανοίγματα έκανε ο Blake σε συνεργασίες και εκθέσεις να αποτυγχάνουν παταγωδώς. Ήταν και δύσκολος σαν άτομο, μιας και έτρωγε διάφορες πετριές με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν ανέφικτο να βγάλεις άκρη μαζί του, οπότε γενικά οι έμποροι τέχνης τον απέφευγαν. Ο ίδιος βέβαια, παρά τις δυσκολίες (ιδίως τις οικονομικές) εξακολουθούσε να δουλεύει σαν σκυλί.

Χρόνια αργότερα του ήρθε επιτέλους μεγάλη δουλειά: να κάνει μια σειρά χαρακτικών βασισμένη στην Θεία Κωμωδία του Δάντη. Γιουχού υπερπαραγωγές! Τι; Όχι φυσικά! Το Σύμπαν γελάει με τα μεγαλόπνοα σχέδια μερικών μερικών και τα κόβει στην μέση just for fun. Έτσι ο Blake άφησε τα εγκόσμια ένα χρόνο αφού του δόθηκε η δουλειά πάνω στην Θεία Κωμωδία. Μέχρι τότε είχε ολοκληρώσει 7 μήτρες χαρακτικών και μερικές ακουαρέλες-προσχέδια. Ψίχουλα…

Ο θάνατος του πάλι ήταν αρκετά συγκινητικός οφείλω να ομολογήσω. Εκεί που δούλευε για το project του πάνω στον Δάντη, είδε την γυναίκα του να κλαίει, της ζήτησε να μείνει εκεί που ήταν για να την ζωγραφίσει, λέγοντας της πως ήταν ένας άγγελος για αυτόν. Αφού τελείωσε με το σκίτσο της, άφησε τα εργαλεία του κατά μέρους, ξάπλωσε, άρχισε να τραγουδάει και να απαγγέλλει στίχους του. Κάπου κατά τις 6 το απόγευμα υποσχέθηκε στην γυναίκα του πως “θα είναι για πάντα δίπλα της” και μετά ξεψύχησε. Θάφτηκε 5 μέρες αργότερα στο Dissenter, το απόγευμα της 45ης επετείου του γάμου του με την Catherine.

Όπως σου προανέφερα και στην εισαγωγή, το έργο του Blake αναγνωρίστηκε μετά θάνατον ενώ σε όλη του την ζωή αντιμετωπίστηκε σαν τρελάκιας. Το μετά θάνατον δαφνοστεφάνωμα του πάντως δεν είχε να κάνει με την καλλιτεχνική αξία του έργου του μόνο σαν γραπτό, αλλά και σαν εικαστικό σύνολο, μιας και δεν δημιούργησε μόνο τον δικό του “μυθολογικό” κύκλο αλλά τον εικονογράφησε κιόλας.

Μοναδικός και ιδιαίτερος ως εκεί που δεν πάει σε αυτό το ζήτημα, αλλά ως συνήθως ο “προοδευτικός” κόσμος της “διανόησης” αργεί να κατανοήσει και να δώσει τις πρέπουσες τιμές σε τέτοια διαμάντια. But that’s humanity, τα έχουμε ξαναπεί, μην επαναλαμβανόμαστε.

That’s all folks, πάω να claim-άρω τον χαρταετό μου.