Η πρώτη φορά που πήγα σε έκθεση ζωγραφικής

Η πρώτη φορά που πήγα σε έκθεση ζωγραφικής

Άρθρο του Φιλίππου Μαρτίνη.

Είχα μείνει αποσβολωμένος. Ήταν η πρώτη φορά που πήγα σε έκθεση ζωγραφικής, περισσότερο τυχαία παρά συνειδητή επιλογή. Τα κούφια βήματα μου σε άδειους υγρούς χειμωνιάτικους δρόμους με οδήγησαν μπροστά σε μια φωτεινή πόρτα και η ζέστη με τράβηξε μέσα. Τότε μόνο κατάλαβα που ήμουν.

Ήταν μια γκαλερί που φιλοξενούσε πίνακες με θέμα την θάλασσα. Από μικρός μου άρεσε η θάλασσα. Σαν χτες θυμάμαι να προβάρω την μαύρη φουσκωμένη σαμπρέλα από ρόδα αυτοκινήτου έξω από το βουλκανιζατέρ και να τις τρώω που λέρωσα την καθαρή μου μπλουζίτσα που μόλις σήμερα μου είχε φορέσει η μαμά… Τέτοια ήταν η ανυπομονησία μου. Πάντα βιαστικός, πάντα ανυπόμονος.

Αλλά, αλλά τώρα είχα όλο τον χρόνο του κόσμου. Χρόνος που έμοιαζε να είχε σταματήσει μπροστά σε ένα καμβά με πασαλειμμένα χρώματα. Η ώρα μάλλον απογευματινή, καθώς ο ουρανός μουντός και άγριος από τα σύννεφα που κουβαλούσαν θαρρείς μια θεϊκή οργή έτοιμη να ξεσπάσει. Μόνο κάποιες τρυπούλες αφήναν το φως του Ήλιου να περνάει, που αντί να γλυκάνουν το τοπίο το χρωμάτιζαν με ένα εχθρικό κόκκινο-κίτρινο χρώμα. Τα κύματα άσπριζαν καθώς χτυπούσαν το κάθετο κομμάτι γης που έπεφτε από ψηλά μέσα στα κύματα.

Χωρίς να καταλάβω το πως, τα φώτα χαμήλωσαν και σε λίγο με είχαν ξεχάσει, σαν να ήμουν αόρατος. Η γκαλερί έκλεισε και εγώ έμεινα ακίνητος χωρίς να κουνηθώ σαν μαγεμένος μπροστά στον πίνακα. Τα φώτα έσβήσαν. Και όμως τότε μόνο κατάλαβα πως ο πίνακας είχε το δικό του φως. Μετά από λίγο ένιωσα την υγρασία και την αλμύρα της θάλασσας να με αγγίζει. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα μέσα στον πίνακα.

Ποτέ δεν κατάλαβα το μένος τη θάλασσας να καταπιεί την στεριά, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να με καταπιεί ο κόσμος, να γίνω ένα, επίπεδος, ομοιόμορφος. Η καταιγίδα πέρασε. Η θάλασσα ηρέμισε και το μαστίγωμα των κυμάτων στους βράχους έγινε χάδι. Ένιωσα να απομακρύνομαι από το τοπίο μέχρι που τα πόδια μου πάτησαν το έδαφος της γκαλερί. Ξημέρωσε και ο πίνακας ήταν τελείως διαφορετικός, γαλήνιος. Κόσμος άρχισε πάλι να περπατά δίπλα μου. Μια ευγενική φυσιογνωμία μου πρόσφερε μια ζεστή κούπα καφέ. Η μέρα έξω ήταν υπέροχη. Τα βήματα μου σταθερά και δυνατά.

Διαβάστε επίσης: Το μέλλον του Logistics και της εφοδιαστικής αλυσίδας με την τεχνητή νοημοσύνη

Προηγούμενο άρθροΑγάπη μου πρέπει να μιλήσουμε
Επόμενο άρθροΚάποτε στην Ισλανδία, ζούσε ένας νέος φιλόδοξος μουσικός
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας