Κάπου μακριά από τον Κέπλερ

Κάπου μακριά από τον Κέπλερ

Με λένε Αριστόξενο και είμαι από τον πλανήτη Tau Ceti e. Είμαι 23 χρονών και αυτό που λατρεύω πιο πολύ απ’ όλα είναι η μουσική. Είναι η δουλειά μου και, για καλή μου τύχη, το είδος μου την χρησιμοποιεί για τα πάντα. Για ευχαρίστηση, για επικοινωνία, για ιαματικούς σκοπούς αλλά και για οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια γλώσσα επικοινωνίας.

Γιατί η μουσική είναι μια γλώσσα όπως όλες οι άλλες — μόνο που σαν τα μαθηματικά (αυτό μας είπαν στο σχολείο) είναι αντιληπτή από όλους και χρησιμοποιείται σε όλο το σύμπαν.

Θα σας πω μια μικρή ιστορία για την ημέρα πριν από την Πρωτοχρονιά και το τι τράβηξα μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου. Μικρή η απόσταση, μεγάλο το ταξίδι που λένε.

Μέχρι και πριν δυο μέρες ήμουν σε μια κλινική και παρακολουθούσα μια σειρά από μουσικά δρώμενα, όπως και κάποιες θεατρικές παραστάσεις, που είχαν ως σκοπό την ίαση στην πάθησή μου. Κατάθλιψη λέγεται, και χωρίς να είναι κάτι συνηθισμένο για ‘μένα, τι να κάνουμε, την έπαθα — και μιας και μπορούσα να αφιερώσω δυο βδομάδες από τον χρόνο μου για να με παρακολουθήσουν γιατροί, ε, σηκώθηκα και πήγα…

Δεν μπορώ να πω πως μου βγήκε σε κακό η όλη κατάσταση. Καλή διατροφή για δυο βδομάδες, μουσική σχεδόν κάθε μέρα, ξεκούραση, συζήτηση με ψυχολόγους και, τις τελευταίες μέρες, θεατρικές παραστάσεις που θέλω να τις διηγηθώ κάποια στιγμή. Η μουσική βέβαια έπαιζε σε συγκεκριμένες κλίμακες και οι μελωδίες αντηχούσαν στα αυτιά μου με τέτοιο τρόπο που κάθε μέρα ένιωθα λίγο και καλύτερα. Ήμουν από τους πολύ τυχερούς εκεί μέσα.

Εδώ κολλάει αυτό που σας είπα πιο πριν. Η μουσική χρησιμοποιείται, και με αποτέλεσμα βέβαια, για θεραπευτικούς σκοπούς.

Την κατάθλιψη βέβαια την έπαθα πριν αρκετό καιρό, όταν έπαιζα άρπα σε συγκρότημα τεσσάρων ατόμων, σε ένα συμπόσιο γνωστών μου που κράτησε δυο ολόκληρες μέρες, και για κακή μου τύχη ένας τυπάς που ήταν ντίρλα στο μεθύσι με κοίταξε και μου είπε:

“Πέτα την άρπα και ρούφα καμιά ψωλή”.

Δεν την πέταξα την άρπα και απ’ ό,τι κατάλαβα αυτό στεναχώρησε τον μυστήριο τύπο με την ελιά στο κέντρο της μύτης του. Τον στεναχώρησε τόσο που σηκώθηκε και άρχισε να πετάει καντήλια για ‘μένα και την μάνα μου, που στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο δεν ήταν μαζί μας, αλλά ούτε και στον πλανήτη Γη, η καημένη.
Ήταν διακοπές μαζί με τον πατέρα μου στον Kepler 22-b εδώ και αρκετό καιρό. Πρόβλημα στα ρευματικά, βλέπετε, και οι δυο τους.

Ε, όσο να΄ ναι κι εγώ προσπάθησα να κρατηθώ, γιατί είχε έρθει η ώρα μου να παίξω το σόλο στο τραγούδι και έπρεπε να ήμουν συγκεντρωμένος. Τι συγκεντρωμένος μου λες τώρα και μαλακίες. Μπλίνκι-μπλίνκι-μπλίνκι-μπλίνκι, έπαιξα ό,τι μπορούσα και απέναντι ο τύπος -που έμαθα ότι τον λένε Γλαύκο, γαμώ το γλαύκωμα στα μάτια του- συνέχιζε να πετάει μπινελίκια και όποιος φύγει φύγει.

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, μιας και είχα τελειώσει όπως να‘ ναι το σόλο μου εδώ και λίγα λεπτά, και ξέσπασα σε γέλια γιατί πραγματικά ο άνθρωπος είχε κοκκινίσει από το κακό του που τον έγραφα σε όλη την διάρκεια του λογύδριού του — τ’ οποίο, άλλωστε, μόνο βρισιές είχε και κάποιες άλλες λέξεις που μάλλον τις συνέθεσε εκείνη την ώρα. Άνοιξα το στόμα μου, τσιρίζοντας στην κυριολεξία από το γέλιο και από την ένταση, και πέταξα ότι υπολείμματα φαγητού είχαν κολλήσει στα δόντια μου και στις κουφάλες μου την τελευταία ώρα. Μα δεν γίνεται, η ελιά στην μύτη του ήταν απλά γελοία. Ήταν ένα καρκίνωμα που επιδείκνυε καθ‘ ολη την διάρκεια της μέρας στους περαστικούς, στους γνωστούς και στους αγνώστους. Μα στην μύτη ρε φίλε, στην μύτη να πούμε;

Γέμισε που λέτε η μάπα του με διάφορα χρωματιστά στίγματα που είχαν εκτοξευθεί από το στόμα μου και εγώ όχι μόνο πέταξα την άρπα μου, αλλά τσάκωσα και το δοξάρι από την δίπλα μουσικό που έπαιζε κοντραμπάσο, και άρχισα να μαστιγώνω με μανία τον χοντροκώλη Γλαύκο, που πραγματικά με είχε κάνει ρεζίλι σε όλους τους προσκεκλημένους την ώρα που προσπαθούσα να παίξω δέκα νότες από την γαμημένη την άρπα μου. “Σίχαμα, ε σίχαμα” φώναξα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, μετέτρεψα τα δίπλα μουσικά όργανα σε πολεμικά αντικείμενα και άρχισα να τον χτυπάω με δύναμη (ε, όση δύναμη μπορείς να βάλεις με φυσαρμόνικες και λαούτα και τέτοια πράγματα). Στο τέλος, αφού τον είχα αφοπλίσει, τον έριξα κάτω και του έβαλα μια φλογέρα στην μύτη και άρχισα να φωνάζω “φύσα τώρα αν είσαι μάγκας, φύσα ρε”. Φύσηξε κι ο καημένος μια ντο, δυο φα και τέσσερις λα και μετά απλά σταμάτησε και το μόνο που έκανε ήταν να με κοιτάει με απορία.

Σηκώθηκα, κοίταξα γύρω μου, είδα πως το συμπόσιο απλά είχε καταστραφεί, πήρα την άρπα μου και έφυγα τρέχοντας έξω από το σπίτι. Κρύφτηκα δυο μέρες, από ντροπή βεβαίως, στο δίπλα άλσος μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, και ντροπιασμένος γύρισα στο σπίτι μου.

Αποξενώθηκα από όλους τους γνωστούς μου και ένα κύμα στεναχώριας ερχόταν κι έφευγε τις επόμενες μέρες. Με ενόχλησε πολύ αυτό που έγινε και αντί να το ξεχάσω -γιατί στην τελική είχα έναν τσομπαναρά απέναντί μου που με έβριζε λες και ήμουν κανένα σκουπίδι, και εγώ λίγα του έκανα- πώς μου γύρισε έτσι στην ψυχολογία μου, άρχισα να νιώθω κι ενοχές από πάνω. Δεν έφευγαν όμως ρε γαμώτο αυτές. Είχα φτάσει στον πάτο και δεν μπορούσα να σηκωθώ. Ε, για το θέμα της άρπας, δεν την ξανακούμπησα και σταμάτησα να ασχολούμαι. Έτσι απλά. Θεωρούσα την άρπα φονικό όργανο, άσχετα που δεν ήτανε — αλλά στο μυαλό μου έτσι έγινε.

Έπρεπε κάτι να κάνω, κάποιος να με βοηθήσει στην τελική, γιατί έτσι όπως έγιναν τα πράγματα θα κατέληγα κανένας ερημίτης εσώκλειστος στο σπίτι μου που άρχισε να βρομάει κάπως ανάμεσα σε ψόφιο ρακούν και αφαλό νεκρού γέτι. Ό,τι να ‘ναι, κανονικότατα.

Σαν από μηχανής θεός, μετά από μέρες, παρουσιάστηκε ο ταχυδρόμος και μου πέταξε ένα γράμμα — ένα κρατικό κουπόνι για την δωρεάν ετήσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Δεν ήμουν κανένας που έκανε προσευχούλες για νοικοκυραίους περιμένοντας να έρθει η βοήθεια από τους θεούς. Ήμουν άτομο που έπαιρνε πάντα την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι και τώρα: άνοιξα τον φάκελο, συμπλήρωσα τα στοιχεία μου και έκανα αίτηση για ψυχολογική υποστήριξη. Ως εδώ και μη παρέκει που λένε.

Σε δυο μέρες με μπουζουριάσανε και με πήγανε στην κλινική που βρισκόταν έξω από την πόλη. Με έστειλαν στον πρώτο γιατρό που μου διέγνωσε κατάθλιψη και από ‘κει και πέρα βγήκε το διβδόμαδο πρόγραμμα παραμονής μου. Όλα ήταν πανέμορφα, εκπληκτικό το προσωπικό, γύρω η περιοχή είχε τρεχούμενα νερά, γυμνές χορεύτριες, πουλάκια που κελαηδούσαν και ηρεμία σε όλο της το μεγαλείο. Μπράβο, μπράβο.

Να μην σας τα πολυλογώ, όλα πήγαν τέλεια, μόνο που ο ψυχολόγος μου μού ζήτησε να πάω να ζητήσω συγνώμη από τον Γλαύκο και να πάρω μπροστά του την πλήρη ευθύνη για το γεγονός, ελπίζοντας να δεχθεί την συγνώμη μου.

Να πάει στο διάολο, θα το έκανα κι αυτό.

Ήρθε η παραμονή Πρωτοχρονιάς και κανόνισα με την κοπέλα μου να πάρουμε τους δρόμους για να βρούμε τον Γλαύκο στον σπίτι του, για να του κάνουμε έκπληξη. Βρήκα λοιπόν την διεύθυνσή του από τον άνθρωπο που καθόταν δίπλα του στο συμπόσιο εκείνη την ατυχή μέρα και, χέρι χέρι με την κοπέλα μου, πήραμε τους δρόμους.

Τώρα δεν ξέρω πώς να σας το πω, αλλα είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος. Η κοπέλα μου χωρίς να είναι παρόν σε όλο αυτό το τζέρτζελο που έγινε πριν καιρό, κάθισε υπομονετικά, άκουσε την ιστορία μου, με υποστήριξε, ακόμα και την περίοδο που της έλεγα πως δεν θέλω να βλέπω κανέναν γιατί ένιωθα πραγματικά άσχημα, και δεν σταμάτησε ποτέ να με πιστεύει. Για πολύ αγάπη μιλάμε. Σε αυτό το θέμα, σας το λέω, είμαι τυχερός.

Βγήκαμε έξω στον δρόμο. Η μέρα είχε φτάσει στο τέλος της και τα χρώματά της κυμάτιζαν σε όλο το φάσμα του κόκκινου της φωτιάς και του μοβ του σύμπαντος. Ένα απαλό και ζεστό πέπλο χρωμάτων χάιδευε απαλά τα σύννεφα με μικρές εκρήξεις φωτός που έβγαιναν μέσα από τις χαραμάδες των σύννεφων. Ήταν μια πολύ όμορφη ώρα για βόλτα στην πόλη. Το βράδυ θα ερχόταν σε λίγη ώρα, και ήταν η κατάλληλη μέρα για να φέρω εις πέρας τον σκοπό μου.

Με ρώτησε η κοπέλα μου ποια είναι η οδός και πού πάμε. Την κοίταξα και της είπα πως η οδός είναι η Ντο-Σι-Λα-Φα-Ρε-Φα αλλά επειδή είμαστε στην περιοχή Μι θα έπρεπε πρώτα να πάμε στην περιοχή Ντο και από ‘κει να βρούμε το οικοδόμημα που μένει ο Γλαύκος. Όχι και τόσο μακριά από εκεί που ήμασταν, μόνο δυο νότες μακριά, κάπου στα 5 χιλιόμετρα απόσταση δηλαδή.

Αφού φτάσαμε στην περιοχή Ντο μετά από 15-20 λεπτά περπάτημα, και αφού είχε ήδη σκοτεινιάσει, σφύριξα τις τρεις πρώτες νότες. Ντο, σι και μετά λα. Ένα απαλό χρώμα εμφανίστηκε στα αριστερά μας, επάνω από τις οικοδομές και σε απόσταση κάπου δέκα σπίτια. Χαμογέλασε η κοπέλα μου και συνεχίσαμε να περπατάμε προς την περιοχή που μας είχε δείξει το χρώμα.

Έχει κάπου διακόσια χρόνια που σταματήσαμε να βάζουμε ονόματα σε οδούς και χρησιμοποιήσαμε ένα καλύτερο σύστημα ονοματοδοσίας. Κάθε πόλη χρησιμοποιούσε έναν συστηματοποιημένο τρόπο για να διαχωρίζει τις περιοχές της. Παραδείγματος χάριν, βόρεια της πόλης υπήρχαν οι περιοχές που ξεκινούσαν από Ντο, προς τα δεξιά οι περιοχές ονομάζονταν Ρε και Μι, ο Νότος είχε την ονομασία Φα και η Δύση την ονομασία Λα. Οι επόμενες νότες που ακολουθούσαν στην οδό που έψαχνες αναφέρονταν λεπτομερέστατα στον τρόπο που έπρεπε να ακολουθήσεις για να βρεις το σπίτι που γύρευες. Ε, και εκτός από αυτό, όταν σφύριζες με συγκεκριμένο τρόπο -έτσι όπως σφύριζαν οι χωριανοί στο Βουνό Όχη, στην Αντιά ή οι Sylbo στην Ισπανία- η Πόλη φώτιζε απαλά το μέρος που ήθελες να πας.

Φτάσαμε που λέτε στην περιοχή Ντο-Σι-Λα-Φα και, σφυρίζοντας όλη την μελωδία, η Πόλη μου έδειξε την οικοδομή που έπρεπε να επισκεφτούμε. Το οικοδόμημα -που ξεπερνούσε τα 150 μέτρα, ψηλό και αγέρωχο στεκόταν στην μέση της πόλης και η ονομασία του ήταν “η Πόλη”- έδωσε εντολή ακούγοντας την μελωδία μου να εμφανιστεί ένα αχνό ροζ χρώμα.

Η “Πόλη” που σας λέω τόση ώρα είναι κάτι σαν τη ψυχή της πόλης, αυτοσυντηρούμενη εδώ και 200 χρόνια, μας παρέχει πληροφορίες για τις οδούς, μας προστατεύει από πάσης φύσεως επιθέσεις, όπως τυφώνες και μετεωρίτες, και έχει ψηφιοποιημένη όλη την γνώση της ανθρωπότητας, ελεύθερη για όλους.

Αφού εξαφανίστηκε το ροζ χρώμα από τον ουρανό, σφίχτηκε λίγο το στομάχι μου, αλλά πιάνοντας για μια ακόμα φορά το χέρι της κοπέλας μου προχωρήσαμε προς την είσοδο. Έψαξα στα κουδούνια το όνομα του Γλαύκου και το χτύπησα. Αυτόματα ακούστηκε μια φρικιαστική τσιρίδα μεσήλικης γυναίκας, σαν να φώναζε με πλήρως ψυχασθενικό προφίλ συζύγου που δεν την παλεύει άλλο στα παιδιά της να πάνε μέσα στο δωμάτιο. Μπαπ το σφίξιμο, δεύτερη φορά. Φτου γαμώτο. Σκέφτηκα να τα παρατήσω όλα και να πάω σπίτι να κοιμηθώ. Αλλά όχι, ο σκοπός είναι σκοπός και πρέπει να ολοκληρωθεί.

Ανεβήκαμε στον τελευταίο όροφο της οικοδομής μετά από αρκετά σκαλοπάτια, τόσα που με έκαναν να αρχίσω να λαχανιάζω με ήχους που θύμιζαν αρρωστιάρικο γατάκι που ξεψυχάει, μέχρι που βρεθήκαμε έξω από την πόρτα. ΤΗΝ πόρτα. Ο χρόνος άρχισε να κυλάει πολύ αργά, τόσο που κοιτάζοντας τα μαλλιά της κοπέλας μου φαινόταν σαν να τινάζονται με slow motion στον αέρα, έτσι όπως γίνεται με διαφημίσεις σαμπουάν.

Το σενάριο είχε μέσα τα εξής: ανοίγει την πόρτα ο Γλαύκος, γαμώ το γλαύκωμα του, με υποδέχεται με ευγένεια, εγώ του ζητάω ταπεινά συγνώμη και του παίζω ένα μουσικό κομμάτι που έχω γράψει ειδικά γι‘ αυτή την περίσταση εξυμνώντας τ’ όνομά του, την οικογένειά του και το σπίτι του. Βλέπετε, την μουσική την έχουμε και για να ζητάμε συγνώμη εδώ. Αυτό μας έλειπε δηλαδή.

Μέχρι να προλάβω να αγχωθώ παραπάνω, γκράκα γκρούκα ακούγονται κάτι ήχοι πίσω από την πόρτα και εμφανίζεται ο βρομιάρης στον οποίο είχα επιτεθεί πριν από καιρό. Δεν φορούσε τα ρούχα που φανταζόμουν, δυστυχώς, παρά ένα μπλουζάκι και μια λευκή βράκα και συν τοις άλλοις του φαινόταν και το ένα παπάρι. Από μέσα ακουγόταν η γυναίκα του που τσίριζε στα παιδιά τους και το ένα παιδί παίζει να ήταν βλαμμένο, γιατί είχε φτιάξει υπερπαραγωγή με την μύξα του στα δάχτυλα του.

Όπα, λέω από μέσα μου, την κάτσαμε.

  • Καλησπέρα κύριε Γλαύκο, είμαι ο Αριστόξενος!, είπα.
  • Ε, και τι θες ρε αρχίδι να πούμε;
  • Κύριε Γλαύκο, ήρθα μαζί με την κοπέλα μου για να σας ζητήσω ταπεινά συγνώμη.
  • Γι’ αυτό τον λόγο, σας έγραψα μια μελωδία με την άρπα μου. Θα την παίξω, θα σας τραγουδήσω, θα σας ευχηθώ καλή χρονιά και μετά θα ήθελα να δώσουμε τα χέρια.
  • Αν ήξερες που ήταν τα χέρια μου πριν, δεν θα ήθελες να τα ακουμπήσεις Αρίστο.
  • Εμένα τα δικά μου όμως βρίσκονται επάνω στις χορδές και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω την μελωδία μου! Χα!
  • Βαράτε βιολιτζήδες δηλαδή;
  • Χεχ, κάτι τέτοιο!
  • Για δώσε…
  • Μισό λίγο γιατί η Λα μού φάνηκε ξεκούρδιστη.
  • …ρε να σ…
  • Όπα, όπα, καλά είμαστε, μια χαρά είναι. Λοιπόν έχουμε και λέμε:

“Εαρινή Ωδή προς τον Γλαύκο σε Μιξολύδιο τρόπο
Ήρθα κρυφά,
έχω έναν καημό,
με μάτια βουρκωμένα,
τούτη την βραδιά
για να σου πω”

  • Με δουλεύεις τώρα, έτσι δεν είναι;! φώναξε ο Γλαύκος
  • Όχι κύριε, αφήστε με να τελειώσω.

“Στο οίκημα αυτό
ο άρχων του σπιτιού
μεγαλοπρεπής και άριστος”

  • Θα σε γαμήσω ρε πουστράκι, τι μαλακίες μου τραγουδάς τώρα;

Πλέον είχα ιδρώσει και δεν ήξερα για κανένα λόγο γιατί βρισκόμουν εκεί, και αν στην τελική μετά από αυτό θα ήθελε η κοπέλα μου να συνεχίσει να βρίσκεται μαζί μου.

  • Σας εκλιπαρώ κύριε Γλαύκο, αφήστε με να τελειώσω, είπα.

“Πλήρης σε αγάπη
συγχωρεί τον συνάνθρωπο”

Η κοπέλα μου είχε ήδη αρχίσει να παίζει το ντέφι αλλά και μόνο με τις δυο ματιές που της είχα ρίξει είχα αρχίσει να την λυπάμαι. Ντρεπόμουν βασικά για την θέση που την είχα φέρει.

Μπαπ, και σκάει μια χορδή. Είμαι έτοιμος για απανωτά εγκεφαλικά. Χωρίς πλάκα τώρα. Ο ιδρώτας τόσο έντονος που έχω πάθει αφυδάτωση και αρχίζω και ανοιγοκλείνω σπασμωδικά το στόμα μου, έτσι όπως κάνουν τα παππούδια για να υγράνουν το στόμα τους πριν πουν δυο λέξεις.

“Ω, Γλαύκο
μέγα πολεμιστή
φως της…”

  • Να σου πω κάτι ρε Αρίστο;
  • Αρίστε! Ορίστε ήθελα να πω, συγνώμη.
  • Πέτα την άρπα και ρούφα καμιά ψωλή να’ πούμε.

Για πότε φώναξα “πουτάνα όλα” και του έριξα μια γροθιά στην μύτη εκεί που ήταν το καρκίνωμά του, δεν πήρα χαμπάρι. Τσιρίδες, κακό, κλάματα και φωνές μέσα απο το σπίτι του Γλαύκου συνέθεσαν μια τραγελαφική μουσική. Από την πτώση είχε πέσει και το βρακί του χοντρού, και το σκηνικό ήταν απλά για γέλια. Καλά του έκανα του πούστη. Το μάτι μου έλαμψε και ένιωσα πλήρη ελευθερία από την μία στιγμή στην άλλη.

Τελικά αυτό έπρεπε να γίνει. Έπρεπε να την πέσω πάλι στον χοντρό — και αυτό έγινε. Γύρισα και κοίταξα την κοπέλα μου, κατακόκκινη από την ντροπή, μου είπε “σ’ αγαπώ” και αρχίσαμε να τρέχουμε έξω από την οικοδομή.

Τρέξαμε νομίζω κανένα χιλιόμετρο πιασμένοι χέρι χέρι μέχρι που ήμασταν σίγουροι πως δεν θα μας ψάξει κανένας χοντρός.

Της είπα πως την αγαπάω κι εγώ. Όλα ήταν ήρεμα από ‘κει και πέρα. Συνεχίσαμε να περπατάμε προς το σπίτι μέχρι που ακούστηκε ένας κρότος στον ουρανό. Τρόμαξα λίγο και πρέπει να μου έφυγε και μια πορδίτσα αλλά δεν το κατάλαβε η δικιά μου. Ήταν τα βεγγαλικά και όχι πυροβολισμός.

Προηγούμενο άρθροSYM HD EVO 200, ένα διαχρονικό σκούτερ
Επόμενο άρθροAbleton: Wraping
Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι έξω φρενών. Ωστόσο έχω ακόμη σώας τας φρένας. Πλήττω αφόρητα όταν γράφω για συμβατικά θέματα. Πρόκληση για μένα είναι όταν ασχολούμαι με την ερευνητική αρθρογραφία και έχω να παραθέσω στοιχεία και πληροφορίες που δεν θα τις βρεις πουθενά αλλού.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ