Το Συνδικάτο Ταξί της Νέας Υόρκης ψήφισε αύξηση του κατώτατου μισθού για τους οδηγούς της Uber, Lyft

Το Συνδικάτο Ταξί της Νέας Υόρκης ψήφισε αύξηση του κατώτατου μισθού για τους οδηγούς της Uber, Lyft

Τo Συνδικάτο Αυτοκινητιστών Ταξί και Λιμουζίνας της Νέας Υόρκης (αγγλικά: New York City Taxi and Limousine Commission) ψήφισε εχθές τον ορισμό του ελάχιστου ποσού αμοιβής για τους οδηγούς που εργάζονται σε εταιρίες με βάση την εφαρμογή, όπως στην Uber και στην Lyft.

Αυτός ο νέος κανόνας θα τεθεί σε ισχύ σε 20 ημέρες και θα απαιτήσει την πληρωμή των οδηγών με 27,86 δολάρια την ώρα, το οποίο μεταφράζεται σε 17,22 δολάρια καθαρά, που θα μπαίνουν στην τσέπη τους, δηλαδή μετά φορών.

Σύμφωνα με μια μελέτη της TLC , οι περισσότεροι οδηγοί κερδίζουν σήμερα καθαρά περίπου 11,90 δολάρια την ώρα. Αυτή η αλλαγή θα αυξήσει τα ετήσια έσοδα των οδηγών κατά 9.000 δολάρια, ωστόσο αυτό το πόσο εξαρτάται καθαρά από τις ώρες εργασίας του κάθε υπαλλήλου, δηλαδή είναι κυμαινόμενο.

Το συγκεκριμένο συνδικάτο ταξί της Νέας Υόρκης φυσικά επικρότησε αυτήν την σημαντική αλλαγή, διότι θα επιβραβεύσει τους οδηγούς της, αναφέροντας, πώς αυτός ο σκοπός επιτεύχθηκε μετά από χρόνια σκληρής μάχης με το κατεστημένο και τελικά η ελπίδα έγινε πραγματικότητα. Είναι η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια για να σταματήσουν οι περικοπές αμοιβών των οδηγών, η οποία αποτελεί πάγια επιχειρηματική πρακτική της Uber και της Lyft.

Ένας εκπρόσωπος της Uber ανέφερε πως το νέο μέτρο θα οδηγήσει πιθανώς σε αυξήσεις των ναύλων για τους χρήστες της υπηρεσίας της, και ίσως αυτή η τακτική να επιφέρει περικοπές των θέσεων εργασίας στους οδηγούς με πλήρη απασχόληση στη Νέα Υόρκη, είτε στα ταξί, είτε στις λιμουζίνες. Επιπλέον στην προσπάθειά τους να αυξήσουν τον κατώτατο μισθό θα έχει ως αποτέλεσμα να βλάψουν τους επιβάτες, όπου πολύ πιθανόν για να μην επωμιστούν αυτήν την άδικη επιβάρυνση ίσως να στραφούν στα κίτρινα ταξί.

Η Lyft εξέφρασε παρόμοια αισθήματα με την Uber, λέγοντας: «Αυτοί οι κανόνες θα οδηγήσουν ένα βήμα προς τα πίσω τους Νεοϋορκέζους και καλούμε την TLC να επανεξετάσει το ζήτημα για το καλό του δημοσίου συμφέροντος».