Το WikiLeaks αλλάζει το παιχνίδι

Το WikiLeaks αλλάζει το παιχνίδι

Στην οικονομική κρίση που κυριάρχησε το 2010 ήρθε να προστεθεί και η διπλωματική κρίση με τη διαρροή από το WikiLeaks χιλιάδων τηλεγραφημάτων που στάλθηκαν από τις αμερικανικές πρεσβείες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010 και εμπεριέχουν στοιχεία από την παρασκηνιακή πολιτική και δράση των ΗΠΑ προς συμμαχικές ή τρίτες χώρες. Ο ιδρυτής του ιστότοπου, επισκιάζοντας πολιτικούς και οικονομολόγους, αναδείχθηκε σε πρόσωπο της χρονιάς.

Πόλεμος δηλώσεων

Όλα άρχισαν στις 28 Νοεμβρίου 2009, όταν με μηνύματα – ανακοινώσεις από το λογαριασμό του στο Twitter, το WikiLeaks, προανήγγειλε την αποκάλυψη κάνοντας λόγο για επαναπροσδιορισμό της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας και μεταβολή των όρων και μεθόδων διεξαγωγής της διεθνούς διπλωματίας.

«Τα έγγραφα που ετοιμαζόμαστε να δημοσιεύσουμε αφορούν όλα τα μεγάλα ζητήματα στις χώρες όλου του κόσμου», δήλωνε ο ιδρυτής του WikiLeaks Τζούλιαν Ασάντζ στους δημοσιογράφους, και ο ξένος τύπος προϊδεάζε την κοινή γνώμη πως περί τα 250.000 απόρρητα διπλωματικά έγγραφα θα αρχίσουν να ανεβαίνουν σταδιακά στο WikiLeaks, μιλώντας για έγγραφα που θα «καίνε» κυβερνήσεις και όχι μόνο.

Από το περιεχόμενο του υλικού «θα χυθεί αίμα», προειδοποιούσαν. «Η διαρροή των αμερικανικών τηλεγραφημάτων εξαπολύει παγκόσμια διπλωματική κρίση», έγραφε η εφημερίδα «The Guardian», η οποία είχε προνομιακή πρόσβαση στο υλικό μαζί με τους «New York Times», την «El Pais», τη «Le Monde» και το «Der Spiegel», ενώ αναλυτές εξέφραζαν φόβους για απελάσεις διπλωματών ανάμεσα σε συμμαχικές χώρες.

Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών μάλιστα έκανε λόγο για «την 11η Σεπτεμβρίου της παγκόσμιας διπλωματίας». O Βόλκερ Κάουντερ, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και στενός συνεργάτης της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ αναρωτιόταν στην εφημερίδα «Bild am Sontag» με σαρκασμό: «Πώς μπορεί μια παγκόσμια υπερδύναμη να είναι τόσο ακατάστατη στον τρόπο που χειρίζεται την προστασία δεδομένων; Είναι ανεύθυνο και δεν συνάδει προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ».

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιβεβαίωνε από την επόμενη κιόλας μέρα, δηλαδή πριν ακόμη αρχίσει η δημοσίευση των εγγράφων, την αυθεντικότητά τους και την έντονη ανησυχία της κυβέρνησης. Οι ΗΠΑ έκαναν λόγο για «μείζον έγκλημα» και για «επίθεση στη διεθνή κοινότητα», χαρακτηρίζοντας κάθε διαρροή διπλωματικού εγγράφου προδοτική πράξη, προειδοποιώντας ότι θα πληγούν εθνικά συμφέροντα αλλά και διμερείς σχέσεις. Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Φίλιπ Κρόλι δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι οι ΗΠΑ «ετοιμάζονται για το χειρότερο σενάριο ότι τα τηλεγραφήματα θα αγγίξουν ευρύ φάσμα θεμάτων και χωρών».

Ταυτόχρονα η αμερικανική διπλωματία προσπάθησε να περιορίσει τις συνέπειες εν όψει της διαρροής, ειδοποιώντας ορισμένες χώρες να προετοιμασθούν οι κυβερνήσεις τους. Τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Άμυνας των ΗΠΑ άρχισαν να διερευνούν τη δυνατότητα να απαγγείλουν κατά του Τζούλιαν Ασάντζ κατηγορίες για… κατασκοπεία, ενώ ακούγονταν και φωνές δεξιών πολιτικών και σχολιαστών στα ΜΜΕ που ζητούσαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, να… δολοφονηθεί ο Ασάντζ από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ!

Στο μεταξύ, με αίτημα της Σουηδίας, η Ιντερπόλ εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης στα πλαίσια έρευνας κατά του Ασάντζ με την κατηγορία για «βιασμό και σεξουαλική επίθεση».

Ο κυβερνοπόλεμος

Ένας ποταμός εγγράφων άρχισε να δημοσιεύεται στο WikiLeaks, που γρήγορα αντιμετώπισε προβλήματα στον διαδικτυακό του τόπο, καθώς από την άλλη πλευρά είχε ξεκίνησει μια μεγάλη εκστρατεία φίμωσής του. Ο Τζο Λίμπερμαν, επικεφαλής της επιτροπής της Γερουσίας για την εσωτερική ασφάλεια των ΗΠΑ, είχε καλέσει κάθε εταιρεία ή οργανισμό που παρείχε στήριξη στο WikiLeaks να «τερματίσει αμέσως» κάθε σχέση μαζί του.

Προβλήµατα δημιουργήθηκαν και στη χρηµατοδότηση της οργάνωσης, που βασίζεται αποκλειστικά σε δωρεές. Η υπηρεσία διαδικτυακών πληρωµών PayPal αποφάσισε να µπλοκάρει τις οικονοµικές συναλλαγές µε το WikiLeaks. Παράλληλα, σε δηλώσεις του στην ισπανική El Pais, ο Τζούλιαν Ασάντζ κατήγγειλε πως έχει δεχθεί «εκατοντάδες απειλές» κατά της ζωής όχι µόνο του ίδιου αλλά και των παιδιών του, όπως και των δικηγόρων του.

Η ιστοσελίδα του WikiLeaks «έπεφτε» διαρκώς, με συνέπεια να μην είναι εύκολα προσβάσιμο από τους ενδιαφερόμενους χρήστες του ιστού. Ο Ασάντζ μιλούσε για «ψηφιακό μακαρθισμό», ενώ το περιοδικό «Τime» κυκλοφόρησε με εξώφυλλο τον Ασάντζ φιµωµένο µε την αµερικανική σηµαία.

Όμως, το WikiLeaks κατάφερε να συνεχίσει τις δημοσιεύσεις με τη βοήθεια του ελβετικού Κόµµατος των Πειρατών και στη συνέχεια ολοένα και περισσότεροι ανώνυµοι υποστηρικτές δηµιούργησαν «καθρέφτες» του ιστότοπου στους δικούς τους σέρβερ – μέσω των οποίων έγινε δυνατή η παρακολούθηση της ροής του ιστότοπου και διασφαλίστηκε ότι αντίγραφά του θα παραµείνουν στο διαδίκτυο ακόµα και αν το WikiLeaks βρεθεί εκτός. Ταυτόχρονα χακτιβιστές, υποστηρικτές του Ασάντζ και του WikiLeaks, αντεπιτέθηκαν μέσω του διαδικτύου.

Έπειτα από την υπηρεσία online µεταφοράς χρηµάτων PayPal, την ελβετική τράπεζα PostFinance και τη σουηδική εισαγγελία, έστρεψαν την κυβερνο-οργή τους εναντίον των ιστοσελίδων της αστυνοµίας και της εισαγγελίας στην Ολλανδία, όταν αστυνοµικοί της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήµατος συνέλαβαν στο σπίτι του στη Χάγη έναν 16χρονο ο οποίος οµολόγησε «επιθέσεις κατά της Visa και της MasterCard». Ο πρώτος επίσημα κυβερνοπόλεμος είχε αρχίσει.

«Συμβαίνει πραγματικά αυτό που τα ΜΜΕ θα αποκαλούσαν κυβερνοπόλεμο. Είναι απλά απίστευτο αυτό που γίνεται», δήλωσε η Νάβι Πίλεϊ, ύπατη εκπρόσωπος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του ανθρώπου, προειδοποιώντας παράλληλα ότι «οι κυβερνήσεις και οι ιδιώτες που προσπαθούν να μπλοκάρουν το WikiLeaks πιθανόν παραβιάζουν το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης».

Ο Ασάντζ, ο οποίος κρυβόταν κάπου στη Βρετανία, παρουσιάσθηκε, μετά από συνεννόηση, στην αστυνομία και συνελήφθη, καθώς εκκρεμούσε εις βάρος του το ευρωπαϊκό ένταλµα σύλληψης της Σουηδίας, µε βάση καταγγελίες δύο Σουηδέζων που, αν και είχαν οικειοθελώς σεξουαλική επαφή μαζί του, τον κατάγγειλαν για βιασμό επειδή, στη μία τουλάχιστον περίπτωση, έσπασε το προφυλακτικό που φορούσε. Οι κατηγορίες κρίθηκαν αβάσιμες και αποσύρθηκαν τον Σεπτέµβριο. Ο Ασάντζ και οι δικηγόροι του µίλησαν ανοιχτά για «πολιτικό κόλπο».

Η σύλληψή του γίνεται αφορμή για ένα κύμα διαμαρτυριών που ξέσπασε σε διάφορες χώρες του κόσμου και εκφράσθηκε και με τη μορφή κινητοποιήσεων στους δρόμους, από ανθρώπους που διαδήλωναν ζητώντας την αποφυλάκισή του. Επίσης, υποστηρικτές του WikiLeaks στην Ελβετία και τη Γερμανία απείλησαν με μηνύσεις εναντίον αμερικανικών εταιρειών που μπλόκαραν το WikiLeaks, ενώ οι δικαστικές αρχές στη Γαλλία έβαλαν φρένο στην προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης, που ήθελε να εκδηλώσει την αλληλεγγύη της στις ΗΠΑ και να αποκλείσει το WikiLeaks από τους σέρβερ της χώρας.

Γνωστοί ηγέτες πήραν και αυτοί θέση: Ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα διαμαρτυρήθηκε και αυτός για την κράτηση του Ασάντζ και εξέφρασε, στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης, αλληλεγγύη προς τον ιστότοπο και τις αποκαλύψεις του. Ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλαντιμίρ Πούτιν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της σύλληψης του Ασάντζ στη Βρετανία και αναρωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου: «Αυτή είναι η δημοκρατία;», αξιοποιώντας την ευκαιρία για να χαρακτηρίσει υποκριτική την κριτική των ΗΠΑ για τη δημοκρατία στη Ρωσία. H Αυστραλία ανακοίνωσε ότι θα παράσχει προξενική βοήθεια στον Ασάντζ, και ο Αυστραλός υπουργός Εξωτερικών και πρώην πρωθυπουργός της Αυστραλίας Κέβιν Ραντ υπέδειξε την αμερικανική κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη διαρροή των απόρρητων εγγράφων στο WikiLeaks.

Τελικά, ο Ασάντζ πέρασε από δικαστήριο και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους. Δέχτηκε 1,4 εκατ. δολάρια για την έκδοση της βιογραφίας του, προκειμένου, όπως είπε, να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για την υπεράσπισή του σε περίπτωση που εκδοθεί για να δικασθεί στη Σουηδία ή, όπως φοβάται, στις ΗΠΑ, αλλά και για στήριξη του WikiLeaks.

Τα έγγραφα

Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Φίλιπ Κρόλι δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι υπάρχει λόγος που όλα αυτά τα έγγραφα είναι απόρρητα, προειδοποιώντας ότι με τη δημοσίευσή τους θα τεθούν σε κίνδυνο και ζωές ανθρώπων. Όμως η αλήθεια είναι ότι μόνο το 6% των εγγράφων αυτών χαρακτηρίζονται «απόρρητα» και το 40% απλώς «εμπιστευτικά», ενώ το υπόλοιπο 54% είναι εντελώς «αδιαβάθμητα». Αυτό σημαίνει ότι τα έγγραφα που διοχετεύθηκαν στο διαδίκτυο δεν περιέχουν μυστικά ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ. Επίσης, τα έγγραφα που δημοσιεύονται έχουν περάσει από φιλτράρισμα, καθώς η δημοσίευσή τους γίνεται σε συνεργασία με µερικά από τα πλέον έγκυρα έντυπα του κόσµου, μια συνεργασία που μπορεί να εγείρει κάποια ερωτηματικά.

Και τα πέντε διεθνή μέσα που εμπιστεύτηκε το WikiLeaks, οι «Νew Υork Τimes», η «The Guardian», η «Le Μonde», η «Εl Ρais» και το «Der Spiegel», αναγνωρίζουν πως έχουν περάσει τα τηλεγραφήματα από ένα κάποιο φίλτρο. Ο Τζούλιαν Ασάντζ, που συνεργάσθηκε μαζί τους για τη δημοσίευσή τους, παρέδωσε τα απόρρητα έγγραφα στις τέσσερις εφημερίδες και στο περιοδικό, που συμφώνησαν να δημοσιεύσουν «αποσπάσματα» και να μη δώσουν στη δημοσιότητα ονόματα ιδιωτών, για να μη θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους.

Συνολικά 120 δηµοσιογράφοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα και οι «NYT» ζήτησαν τη συµβουλή της κυβέρνησης για ορισµένα ευαίσθητα έγγραφα, όπως επισήµανε η διευθύντρια σύνταξης της «Le Monde» Σιλβί Κοφµάν, προσθέτοντας ότι «τα πέντε έντυπα επιµελήθηκαν από κοινού τα κείµενα που χρησιµοποιήθηκαν ώστε να αφαιρέσουν όλα τα ονόµατα και τις ενδείξεις που θα µπορούσαν να δηµιουργήσουν κινδύνους για φυσικά πρόσωπα».

Τα έγγραφα είναι προϊόν συλλογής του δικτύου πληροφόρησης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και περιλαμβάνουν αναλύσεις και περιγραφές Αμερικανών διπλωματών για κυβερνήσεις, ηγέτες, εμπιστευτικές συνομιλίες και λεπτομέρειες για στρατιωτικές και αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο. Τα τηλεγραφήματα φανερώνουν τους φόβους των ΗΠΑ παγκοσμίως και την άποψη τη δική τους και των συμμάχων τους. Αποκαλύπτουν, όμως, και το πώς οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις πρεσβείες τους στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου δικτύου κατασκοπείας. Αν κάποιος πίστευε ότι θα υπήρχαν ανάμεσα σε αυτά τα έγγραφα, κάποια που θα εξέθεταν σοβαρά τις ΗΠΑ, μάλλον δεν έχει καταλάβει για τι έγγραφα πρόκειται.

Τα περισσότερα τηλεγραφήματα που δημοσιεύθηκαν δεν προκαλούν καμία έκπληξη σε όσους παρακολουθούν τα διαδραματιζόμενα στις διεθνείς σχέσεις, πολύ περισσότερο στις κυβερνήσεις, μιας και οι απόψεις των ΗΠΑ δεν είναι και τόσο μυστικές. Είναι γνωστό ότι, κατά την Ουάσιγκτον, η Ρωσία είναι μια χώρα όπου δύσκολα «ξεχωρίζει η κυβέρνηση από το οργανωµένο έγκληµα» ή ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν για τη στενή συνεργασία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ιδίως στον ενεργειακό τομέα. Σε ό,τι αφορά την προσωπική ζωή του Ιταλού πρωθυπουργού σίγουρα κανένα τηλεγράφημα δεν θα μπορούσε να αποκαλύψει περισσότερα απ’ όσα έχουν ήδη δημοσιευτεί.

Επίσης, είναι εκπεφρασμένοι δημόσια οι φόβοι της Ουάσιγκτον σχετικά με την ασφάλεια του προγράμματος για τα πυρηνικά όπλα του Πακιστάν, καθώς και η προσπάθειά τους να τα ελέγξουν, όπως είναι γνωστή και η μεγάλη σε έκταση διαφθορά στο Αφγανιστάν και ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με τον εκλεκτό τους Καρζάι έχουν κλονιστεί, κάτι που ήταν φανερό στις τελευταίες προεδρικές εκλογές στη χώρα. Γνωστός, επίσης, ήταν, και υπήρχαν και σχετικά δημοσιεύματα, ο πλουτισμός του αδελφού του Καρζάι από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Το ίδιο γνωστό, από διάφορα δημοσιεύματα, είναι ότι υπάρχει δυσπιστία στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας και ότι ο Νταβούτογλου ελέγχει την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Τα έγγραφα αποκαλύπτουν επίσης τους γνωστούς φόβους της Ουάσιγκτον ότι η Κίνα αποκτά όλο και περισσότερη επιρροή στη διεθνή σκηνή, ότι η αυξανόµενη χρήση από το Πεκίνο πρακτικών που περιορίζουν την πρόσβαση των ΗΠΑ στις αγορές και η υποτίµηση του γιουάν θα προκαλέσουν ένταση στις διµερείς σχέσεις, καθώς και ότι η κυβέρνηση της Κίνας ευθύνεται, σύµφωνα µε Αµερικανούς διπλωµάτες, για τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο µε στόχο τη µηχανή αναζήτησης της Google.

Στα έγγραφα υπάρχουν ακόμα χαρακτηρισμοί και κρίσεις για ηγέτες, όπως για το Ρώσο πρωθυπουργό Βλαντίμιρ Πούτιν («κυρίαρχο αρσενικό»), για τον Μπερλουσκόνι («μίστερ τιβί»), για τον Αφγανό Πρόεδρο Χαμίντ Καρζάι («τον κυριεύει η παράνοια»), για τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελας Μέρκελ («αποφεύγει τα ρίσκα, αλλά είναι σχετικά δημιουργική»), για το Λίβυο ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι (που συνοδεύεται παντού από «μια φιλήδονη ξανθιά» Ουκρανέζα νοσοκόμα), ενώ με τον Αδόλφο Χίτλερ παρομοιάζεται ο Ιρανός πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί που, σε συνδυασμό και με άλλες πληροφορίες, μπορούν να είναι χρήσιμοι για την προώθηση των σχεδίων μιας κυβέρνησης δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στην πληροφόρηση.

Κάποια άλλα τηλεγραφήματα μιλούν για συνομιλίες και πληροφορίες οι οποίες σίγουρα δυσαρέστησαν κάποιους συμμάχους της Ουάσιγκτον. Π.χ., το σχέδιο της Αυστραλίας να γίνει ναυτική υπερδύναμη, αποκτώντας νέο στόλο με 12 υποβρύχια μέσα στις επόμενες δεκαετίες ως απάντηση στην αυξανόμενη στρατιωτική δύναμη της Κίνας, οι σφοδρές αμερικανικές επικρίσεις στις βρετανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, οι ισχυρισμοί για ανάρμοστη συμπεριφορά από μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας ή το ότι η Βρετανία δέχτηκε να αποθηκευτούν στο έδαφός της απαγορευμένες βόμβες διασποράς που ανήκουν στις ΗΠΑ.

Επίσης, οι πληροφορίες για τους οκτώ λογαριασμούς που διαθέτει ο Ερντογάν στην Ελβετία, σε προεκλογική περίοδο για την Τουρκία, ή τα αμερικανικά έγγραφα που χρεώνουν στην Τουρκία ότι άφησε τα σύνορα ξέφραγο αμπέλι για «μέλη, όπλα και χρήματα» της Αλ Κάιντα, ενώ επιβεβαιώνουν τη συμμετοχή της Τουρκίας σε πράξεις «τρομοκρατίας» στο Ιράκ, προφανώς δυσαρέστησαν την Άγκυρα. Και, φυσικά, η αποκάλυψη σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ είχαν εκπονήσει σχέδια προστασίας των κρατών της Βαλτικής από ενδεχόμενη επιθετική κίνηση της Ρωσίας, μάλλον δεν προκάλεσε χαμόγελα στην Μόσχα.

Η πιο σοβαρή αποκάλυψη του WikiLeaks εις βάρος των ΗΠΑ ήταν ότι η Χίλαρι Κλίντον διέταξε πέρυσι Αμερικανούς διπλωμάτες να κατασκοπεύσουν ανώτατους αξιωματούχους του ΟΗΕ και άλλων κρατών, υποκλέπτοντας ακόμη και… βιομετρικά δεδομένα από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα Μπαν Κι Μουν. Αυτός ο τεράστιος κόλαφος για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε παραίτηση τη Χίλαρι Κλίντον, εκτιμούσε η βρετανική «Mail». Όμως, τα Ηνωμένα Εθνη απλώς απηύθυναν έκκληση για πλήρη σεβασμό της ασυλίας όλων των διπλωματών και η Χ. Κλίντον όχι μόνο δεν παραιτήθηκε αλλά δήλωσε κι από πάνω… περήφανη για τους υφισταμένους της.

Οι επιπτώσεις

Όσο για τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα κράτη στα οποία γίνεται αναφορά στα έγγραφα, δεν φαίνεται προς το παρόν τουλάχιστον να υπάρχει πρόβλημα. Ο υπουργός Εξωτερικών του Αφγανιστάν είπε ότι δεν πιστεύει πως «οι σχέσεις φιλίας μεταξύ Αφγανιστάν και Ηνωμένων Πολιτειών θα επηρεαστούν από το WikiLeaks». Ανάλογη δήλωση έκανε και ο Ρώσος πρόεδρος Μεντβέντεφ. Εκπρόσωπος του Βρετανού πρωθυπουργού έσπευσε να τονίσει ότι το Λονδίνο θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με την Ουάσιγκτον, παρά τη διαρροή ευαίσθητων εγγράφων, τα οποία ουδόλως κολακευτικά είναι για τον ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ.

Ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Στέφεν Βανάκερε είπε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες «το παρατράβηξαν» ζητώντας από τους διπλωμάτες τους να παίζουν το ρόλο κατασκόπων. Αναφερόμενος, όμως, στα έγγραφα που αφορούν το Βέλγιο, δήλωσε πως «τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ως διαρροή απορρήτων εγγράφων ήταν στην πραγματικότητα γνωστά».

Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν όσα δημοσιεύτηκαν για τη Μέση Ανατολή, τα οποία φαίνεται ότι έχουν δημιουργήσει πρόβλημα κυρίως στις σχέσεις μεταξύ των κρατών της περιοχής. Τα έγγραφα, που επικαλούνται τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, επισημαίνουν ότι το Ιράν έχει αποκτήσει προηγμένους πυραύλους οι οποίοι είναι πολύ πιο ισχυροί από εκείνους που έχουν δηλώσει οι ΗΠΑ ότι διαθέτει η Τεχεράνη στο οπλοστάσιό της και ότι η Βόρεια Κορέα έδωσε στο Ιράν δεκαεννέα από αυτούς.

Επίσης, στα έγγραφα αναφέρεται ότι Σαουδάραβες χρηματιστές και επιχειρηματίες χρηματοδοτούσαν την Αλ Κάιντα, και ότι αραβικές κυβερνήσεις, και ιδιαίτερα η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας, πίεζαν τις ΗΠΑ να εξαπολύσει πόλεμο κατά του Ιράν. Το έγγραφο που πάγωσε κυριολεκτικά τον αραβικό κόσμο ήταν εκείνο που αποκάλυψε ότι αναφερόμενος στο Ιράν «ο Σαουδάραβας βασιλιάς Αμπντάλα ζητούσε από τις ΗΠΑ να κόψουν το κεφάλι του φιδιού». Όλες αυτές οι πληροφορίες αναμφιβόλως πυροδοτούν περαιτέρω ένταση σε μια ευρύτερη περιοχή, που, ήδη, βρίσκεται σε εξαιρετικά λεπτές και επικίνδυνες ισορροπίες περιφερειακών ανταγωνισμών με μανδύα θρησκευτικών διαξιφισμών.

Οι μόνοι που δήλωσαν ικανοποιημένοι από αυτές τις δημοσιεύσεις είναι Ισραηλινοί αξιωματούχοι, οι οποίοι, όπως είπαν, «αποδεικνύεται ότι όλη η Μέση Ανατολή είναι τρομοκρατημένη από την προοπτική ενός πυρηνικού Ιράν. Οι αραβικές χώρες ωθούν τις ΗΠΑ προς μια στρατιωτική δράση κατά τρόπο πολύ πιο έντονο σε σχέση με τη Ισραήλ». Το γεγονός αυτό προκάλεσε υποψίες ότι μεταξύ του ιδρυτή του WikiLeaks και του Ισραήλ υπάρχει κάποια συμφωνία, κάτι που ο Ασάντζ αρνήθηκε λέγοντας ότι στο μέλλον θα δημοσιευτούν και έγγραφα που θα αφορούν και το Ισραήλ.

Είπε επίσης ότι θα υπάρξουν αποκαλύψεις που αφορούν τον τραπεζικό τομέα και, κάτι που αναμένουμε με ενδιαφέρον, αποκαλύψεις που αφορούν την Ελλάδα. Περιμένουμε…

Θα έλεγε κανείς ότι ο θόρυβος από την ανακοίνωση των αποκαλύψεων και τις αντιδράσεις, τις περιπέτειες του Ασάντζ με τις αρχές των ΗΠΑ, της Σουηδίας και της Βρετανίας, τον κυβερνοπόλεμο και τις διάφορες δηλώσεις ήταν μεγαλύτερος από τον θόρυβο που έκαναν οι ίδιες οι αποκαλύψεις, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Αυτό όμως μπορούμε να πούμε ότι είναι φυσικό, από την πλευρά των υποστηρικτών του Ασάντζ και του WikiLeaks, αφού πάνω από τις οποιεσδήποτε αποκαλύψεις τίθεται η μάχη για το δικαίωμα να υπάρχει η δυνατότητα να γίνονται αποκαλύψεις.

Όσο για το πόσο σημαντικές είναι οι αποκαλύψεις, πρώτον θα πρέπει να περιμένουμε να ολοκληρωθούν οι δημοσιεύσεις και δεύτερον οτιδήποτε βλέπει το φως της δημοσιότητας είναι χρήσιμο, αρκεί να ξέρει κάποιος τι διαβάζει και να έχει τις γνώσεις που του επιτρέπουν να το ερμηνεύει. Στο ερώτημα αν θα υπάρξουν από αυτές τις αποκαλύψεις επιπτώσεις, ο ίδιος ο Ασάντζ εκτιµά πως οι επιπτώσεις των διαρροών του WikiLeaks θα φανούν στο µέλλον: «Είναι ακόµα νωρίς για να πει κανείς ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της διαρροής. Πιστεύω όµως πως η γεωπολιτική θα χωριστεί σε προ και µετά Cablegate», δήλωσε στην «El Pais», χρησιµοποιώντας το παρωνύµιο που έχουν δώσει οι Αγγλοσάξονες στη διαρροή των τηλεγραφηµάτων.

Ο αγγελιοφόρος που αποκαλύπτει δυσάρεστες αλήθειες

Στο άρθρο με τίτλο «Μην πυροβολείτε τον αγγελιοφόρο που αποκαλύπτει δυσάρεστες αλήθειες», ο Τζούλιαν Ασάντζ σημείωνε: «Οι δημοκρατικές κοινωνίες χρειάζονται ισχυρά μέσα ενημέρωσης και το WikiLeaks είναι μέρος αυτών των μέσων».

Το WikiLeaks έκανε την εμφάνισή του τον Δεκέμβριο του 2006 και από τότε έχει κανει σημαντικές αποκαλύψεις και έχει δεχτεί περισσότερες από 100 αγωγές. Στο στόχαστρό του μπήκαν μεγάλοι οικονομικοί οργανισμοί, όπως η ελβετική τράπεζα Julius Baer, η ισλανδική Kaupthing Bank, που έχει σοβαρές ευθύνες για την οικονομική κατάρρευση της χώρας, ή πολιτικοί όπως η Σάρα Πέιλιν.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του ήταν όταν δημοσιοποίησε πάνω από 90.000 απόρρητα ντοκουμέντα με τίτλο «Ημερολόγιο του Αφγανικού Πολέμου» και 400.000 απόρρητα αμερικανικά στρατιωτικά έγγραφα για τον πόλεμο στο Ιράκ. Ακολούθησε η αποκάλυψη τον περασμένο Απρίλιο ενός βίντεο που τραβήχτηκε τον Ιούλιο του 2007 από ένα αμερικανικό ελικόπτερο Απάτσι και δείχνει τους στρατιώτες που επέβαιναν σε αυτό να δολοφονούν εν ψυχρώ στη Βαγδάτη 12 ανθρώπους, ανάμεσά τους και δύο εργαζόμενους στο πρακτορείο Reuters.

Το WikiLeaks δεν είναι το μόνο μέσο της νέας ηλεκτρονικής εποχής που έχει δημοσιεύσει ντοκουμέντα, θεωρείται όμως το πλέον αξιόπιστο. Κάθε πρόθυμος πληροφοριοδότης έχει τη δυνατότητα να υποβάλει στο WikiLeaks ντοκουμέντα μέσα από μια διαδικασία κρυπτογράφησης που εξασφαλίζει την ανωνυμία του. Στη συνέχεια μια ομάδα εθελοντών, η οποία αποτελείται από δημοσιογράφους, δικηγόρους και εξπέρ της τεχνολογίας, διάσπαρτους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αναλαμβάνει να τα περάσει από κόσκινο πριν δημοσιευθούν. Σύμφωνα με τον Τζούλιαν Ασάντζ, πέντε άτομα δουλεύουν με πλήρη απασχόληση για την ιστοσελίδα, ενώ οι εθελοντές ανέρχονται περίπου σε οκτακόσιους.

Μέχρι σήμερα ο στρατιώτης Μπράντλεϊ Μάνινγκ κατηγορείται από τις ΗΠΑ ότι διοχέτευσε στο WikiLeaks το βίντεο του αμερικανικού ελικοπτέρου στο Ιράκ. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ωστόσο ότι ο πρώην αναλυτής πληροφοριών είναι ο κυριότερος ύποπτος και για τη μεγαλύτερη στην ιστορία διαρροή διπλωματικών τηλεγραφημάτων. Ο 23χρονος, που υπήρξε ένας εκπαιδευμένος αναλυτής των μυστικών υπηρεσιών, με άδεια πρόσβασης στις άκρως απόρρητες πληροφορίες, και υπηρετούσε στη στρατιωτική βάση Hammer κοντά στη Βαγδάτη, κρατείται σήμερα σε ναυτική βάση της Βιρτζίνια και αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης μέχρι και 52 χρόνια.

Ο Τζούλιαν Ασάντζ χαρακτήρισε τον 23χρονο Μπράντλεϊ Μάνινγκ «απαράµιλλο ήρωα» και δήλωσε ότι η οργάνωση έχει «δεσμεύσει κονδύλια» για τη νομική υπεράσπισή του, χωρίς ωστόσο να παραδεχτεί ότι ήταν η πηγή των τηλεγραφηµάτων. Ειρωνεύτηκε δε τους αμερικανικούς ισχυρισμούς ότι πίσω από τις μεγαλύτερες στην ιστορία μαζικές διαρροές ντοκουμέντων βρίσκεται ο νεαρός στρατιώτης Μπράντλεϊ Μάνινγκ: «Αν έχουν τα πράγματα όπως λέει το Πεντάγωνο», είπε, «ε, τότε, αναμφίβολα πρόκειται για ήρωα άνευ προηγουμένου(!)».

Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα μπορούσε να εντοπισθεί ποιος έδωσε τα έγγραφα στο WikiLeaks, αφού μετά την 11η Σεπτεμβρίου οι ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν το σύστημα πληροφοριών, έδωσαν πρόσβαση σε πάνω από 3 εκατομμύρια άτομα σε εμπιστευτικά έγγραφα. Έτσι, κάποιο από αυτά τα άτομα μπορούσε να δώσει τις πληροφορίες έναντι χρηματικής αμοιβής ή εξυπηρετώντας πολιτικές επιδιώξεις ή, γιατί όχι, και για ιδεολογικούς λόγους.

«Κύριοι, στην καλύτερη περίπτωση, τους µαυρίσαµε το ένα µάτι. Το παιχνίδι άλλαξε. Φοβούνται την έκθεση. Η διασκέδαση αρχίζει…»: Αυτό είναι το µήνυµα στο πόστερ που δηµοσίευσε η οµάδα χακτιβιστών οι «Ανώνυµοι». Και σε αυτή τη διασκέδαση είμαστε όλοι καλεσμένοι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας