ΑρχικήΨυχαγωγίαMovies-seriesMaster and Commander: The Far Side of the World

Master and Commander: The Far Side of the World

Πληροφορίες

  • Είδος: Πολεμική, δραματική, επική ταινία
  • Σκηνοθεσία: Peter Weir
  • Ηθοποιοί: Russell Crowe, Paul Bettany, Billy Boyd, James D’Arcy, Lee Ingleby, George Innes, Mark Lewis Jones, Chris Larkin, Richard McCabe, Max Pirkis
  • Διάρκεια: 138 λεπτά
  • Ημερομηνία κυκλοφορίας: 14 Νοεμβρίου 2003
  • Ελληνικός τίτλος: Master and Commander: Στα πέρατα του κόσμου
  • Παραγωγή: 20th Century Fox
  • Προϋπολογισμός ταινίας: 150 εκατομμύρια δολάρια
  • Ακαθάριστα έσοδα: 211 εκατομμύρια δολάρια

Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπουμε και λέμε «πάρα πολύ καλή αλλά δεν νομίζω να την ξαναδώ… τουλάχιστον σύντομα». Υπάρχουν άλλες που τις βλέπουμε, μας αρέσουν, βγαίνουμε κατευχαριστημένοι από την αίθουσα αλλά… το επόμενο πρωί δεν θυμόμαστε και πολλά. Υπάρχουν όμως και μερικές άλλες ταινίες που δίχως να μας ξετρελάνουν καταφέρνουν να μας κάνουν να τις τοποθετήσουμε σε μια γωνιά στην καρδιά μας και τη μνήμη μας και μερικές μόνο μέρες μετά την πρώτη τους θέαση να επιθυμούμε διακαώς να τις ξαναδούμε. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με το Master and Commander. Ένα έργο που βασίστηκε σε βιβλίο του Πάτρικ Ο’Μπράιαν, μετατράπηκε σε σενάριο από τον Πήτερ Γουίαρ και τον Τζον Κόλι και σκηνοθετήθηκε από τον ίδιο τον Πήτερ Γουίαρ.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνος. Ο Ναπολέωντας έχει επεκτείνει την κυριαρχία του και γενικά έχει βάλει πλώρη για την κατάκτηση του κόσμου. Είναι η εποχή που ο Αγγλικός και ο Γαλλικός στόλος βρίσκονται σε διαρκείς ναυμαχίες στους ωκεανούς της Γης. Ο Τζακ Ώμπρευ είναι ο καπετάνιος του Βρετανικού πολεμικού Sunrise, με διαταγές να βυθίσουν ή να αιχμαλωτίσουν την Γαλλική φρεγάτα Aceron, που είναι δυνατότερο και γρηγορότερο σκαρί από το δικό του πλοίο. Όταν όμως δέχεται επίθεση από το γαλλικό πλοίο αποφασίζει να το καταδιώξει.

Η ιστορία μας μην φανταστείτε ότι έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με μάχες, βίαιες συγκρούσεις και ναυτικές συμπλοκές δίχως τέλος. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό δεν είναι άλλος από τον Πήτερ Γουίαρ που τόσο σκηνοθετικά όσο και με τη συμβολή του στο σενάριο κατάφερε να γυρίσει την πιο ενδιαφέρουσα θαλασσινή περιπέτεια που είδε ποτέ θεατής σε αίθουσα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Να υπενθυμίσουμε ωστόσο ότι ο σκηνοθέτης αυτός, ακόμα και με μια πρόχειρη ματιά στο «βιογραφικό» του, δεν είναι από αυτούς που απλά γυρίζουν ταινίες. Ο συγκεκριμένος μάς έχει καλομάθει σε ταινιάρες και προφανώς αυτό έχει σαν σκοπό κάθε φορά που κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Γκαλίπολι (1981), Η Ακτή του Κουνουπιού (1986), Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών (1989), The Truman Show (1998). Νομίζω καταλάβατε για τι σκηνοθέτη μιλάμε.

Επανερχόμαστε στα των «περάτων του κόσμου» λέγοντας ξανά πως υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που διανθίζουν το σενάριο δίνοντας εντελώς ξεχωριστή υπόσταση και σημασία στην ταινία, χωρίς όμως την ίδια στιγμή να την απομακρύνει από τον όρο «περιπέτεια». Η ιστορία δεν είναι χτισμένη γύρω από την καταδίωξη ή τις δύο μόλις μάχες που λαμβάνουν μέρος μεταξύ των πλοίων αλλά γύρω από δύο άντρες τόσο διαφορετικούς που όμως αποτελούν την ραχοκοκκαλιά του πλοίου και ταυτόχρονα τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζεται το οικοδόμημα του Master and Commander. Έτσι οι μάχες, ακόμα και αυτή του Sunrise με μια καταιγίδα, αποτελούν όχι το κερασάκι στην τούρτα αλλά το εντυπωσιακό γαρνίρισμα αυτής, που σε τελική ματιά κλέβει και την παράσταση.

Οι δύο άντρες δεν είναι άλλοι από τον Καπετάνιο Τζακ Ώμπρευ (Ράσελ Κρόου) και τον γιατρό του πλοίου Στέφεν Μάτουριν (Πωλ Μπέτανυ). Ο ένας ψυχρός ρεαλιστής, ικανός ακόμα και να παίζει παιχνίδια εκτός κανόνων, όπως απαιτείται να είναι και να κάνει ένας στρατιωτικός διοικητής που ξέρει μόνο να κερδίζει και την ίδια στιγμή να κρατάει 100% πειθαρχημένο το πληρωμά του. Ο άλλος συναισθηματική φύση και σκεπτόμενο άτομο που θα προτιμούσε να ανακαλύπτει νέα είδη πουλιών και σκαθαριών από το να περιποιείται τραυματίες πολέμου.

Μαζί με αυτούς τους δύο εκ διαμέτρου αντίθετους ήρωες έχουμε και μερικούς ακόμα που όχι μόνο συμπληρώνουν την τράπουλα των χαρακτήρων αλλά έχουν νόημα ύπαρξης, μεγάλο χρόνο συμμετοχής και προσφέρουν με τη σειρά τους πολλά και αξιοσημείωτα περιστατικά στο… log book του πλοίου. Σημειωτέον πως είναι από τις ελαχιστότατες φορές στην ιστορία του κινηματογράφου που όχι δεν πρωταγωνιστεί αλλά δεν υπάρχει καν γυναικείος ρόλος σε μια ταινία.

Ερμηνευτικά δεν χρειάζεται κάποιος να μακρηγορήσει. Ο Κρόου είναι γεννημένος καπετάνιος και ο Μπέτανυ γεννημένος γιατρός. Τελεία, παύλα. Θα είναι από τις ελάχιστες φορές που δεν θα πει ο θεατής, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της προβολής, «κοίτα τί καλά που παίζει ο τάδε ή ο δείνα». Όλοι μα όλοι είναι απίστευτα φυσικοί ερμηνεύοντας χαρακτήρες μέσα σε ένα περιβάλλον που για πρώτη φορά αντικρίζει ο θεατής επί 135 συνεχή λεπτά!

Άλλωστε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου η ταινία γυρίστηκε πάνω στο καράβι και έχει να κάνει με αυτή την κοινωνία εν πλω. Εκεί έγκειται και η σκηνοθετική δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει ο Γουίαρ την οποία τελικά μας έδωσε την εντύπωση πως λόγω της δεινοτητάς του πίσω από την κάμερα την ξεπέρασε χωρίς κόπο. Η σκηνοθεσία του είναι με μια λέξη υποδειγματική. Ή υποδειγματικά ακαδημαϊκή αν θέλετε. Δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη δουλειά σε αυτό τον τομέα και το υπογράφω από τώρα πως θα είναι όχι μόνο υποψήφιος αλλά και φαβορί για το φετινό Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Αναρωτήθηκα μάλιστα πως αν ο Γουίαρ σκηνοθετούσε την τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών δεν έχω πραγματικά ιδέα πόσο καλό θα μπορούσε να είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Όπως και να έχει η τέλεια δουλειά του είναι εμφανής. Τόσο από τους ίδιους τους ηθοποιούς που προφανώς ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες του όσο και από την ίδια την εικόνα σε συνδυασμό με ένα εξίσου δυναμικό μοντάζ. Μοναδικό παράπονο που έχω από τον Πήτερ Γουίαρ είναι η έλλειψη εμπνεύσεων και γενικά η έλλειψη ευφάνταστων πλάνων. Παρόλα αυτά η φωτογραφία μοναδικών τοπίων και τα γυρίσματα σε υπέροχες τοποθεσίες, που δεν έχουμε ξαναδεί, με κάνει κιόλας να ξεχάσω το προηγούμενο παραπονό μου.

Επίσης εμφανείς είναι και οι σωστές αποφάσεις του για το θέμα της χρήσης της μουσικής. Χωρίς φανφάρες και ηρωικά θέματα, χωρίς μελωδίες επικών διαστάσεων και χωρίς ογκώδεις συνθέσεις να συνοδεύουν το ογκώδες πλοίο ο Γουίαρ χρησιμοποίησε όπου και όσο χρειάστηκε μουσική επένδυση. Τον όγκο τον έχει η ίδια η ιστορία και ο ίδιος ο ξύλινος κόσμος του πολεμικού Sunrise.

Δεν είχε ανάγκη, και σωστότατα έπραξε, την συμμετοχή περιπετειώδους μουσικής, που προστάζουν πλέον οι Χολυγουντιανές παραγωγές τέτοιου είδους. Η μουσική είναι ανύπαρκτη σε πολλά σημεία όπου υπάρχει πολύ αγωνία –έτσι ακούμε μόνο το τρίξιμο από τα κατάρτια- ή όποτε μάχη μαίνεται μανιωδώς –οπότε και μόνο η ύπαρξη ιαχών και των ήχων από τα σπαθιά και τα κανόνια είναι αρκετά. Υπάρχει όμως όπως προείπα όπου και όσο χρειάζεται.

Συνήθως κλείνω τις κριτικές μου με μια μεγάλη παράγραφο υπό τη μορφή ανακεφαλαίωσης. Δεν θα κάνω το ίδιο και τώρα. Περιφραστικά μόνο σας προτείνω να δείτε οπωσδήποτε το Master and Commander προτού βγει από τις σκοτεινές αίθουσες. Είναι μια πλούσια κινηματογραφική εμπειρία προς τις αισθήσεις. Μια ευγενική χορηγία του Πήτερ Γουίαρ προς τους πεινασμένους και διψασμένους σινεφίλ για καλογυρισμένο θέαμα με ουσία και περιεχόμενο. Μόνη απορία που μου άφησε το Master and Commander είναι το πόσα Όσκαρ θα διεκδικήσει και πόσα εξ’ αυτών θα κερδίσει.

Δείτε παρακάτω το τρέιλερ της ταινίας Master and Commander: The Far Side of the World.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166