Πηγαίνουμε για καφέ στο Φρουτότυπο με τον φίλο μου τον Σπύρο και πριν προλάβουμε να παραγγείλουμε μπαίνει μέσα ένας μαύρος πωλητής «πειρατικών» cd και dvd και μας δείχνει την πραμάτεια του. Κάνουμε και οι δυο ένα αρνητικό νεύμα αλλά με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια ταινία που με ενδιαφέρει στο πακέτο με τα dvd που κρατάει και τον σταματάω. Μου αφήνει όλο το πακέτο στο τραπέζι κι εξαφανίζεται. Τα δισκάκια dvd είναι τυλιγμένα μέσα σε φωτοτυπημένα εξώφυλλα ξενόγλωσσων εκδόσεων κι αυτά μέσα σε σακουλάκια.
Ο μαύρος πωλητής ξαναμπαίνει στο μαγαζί και κρατάει άλλες δυο ντουζίνες dvd που τις αφήνει στο τραπέζι. «Ρωτήστε για μένα, με ξέρουν εδώ», μας λέει στα αγγλικά και δείχνει τον σερβιτόρο του μαγαζιού. Σωστό, σκέφτομαι, διότι για να τα αγοράσεις αυτά τα πράματα -από έναν άγνωστο που μάλλον δεν θα ξαναδείς κι αν τον ξαναδείς, σιγά μην τον αναγνωρίσεις- κάποιος θα πρέπει εδώ να εγγυηθεί ότι παίζουν, έτσι δεν είναι;
Ξεφυλλίζω τα σακουλάκια με τα dvd και ξεχωρίζω στο τραπεζάκι μερικά που με ενδιαφέρουν σαν πρώτη επιλογή. Το «Ο διάβολος φοράει Πράντα» για την Κυβέλη, την συνάδελφο στο γραφείο, που της το είχα συστήσει όταν παιζόταν στις αίθουσες αλλά δεν είχε ευκαιρήσει να το δει.
Το «Saw 3» για τον γιο μου τον Άγγελο, που έχει δει το νούμερο 1 και το νούμερο 2 (σε dvd) αλλά επειδή είναι 13 ετών δεν μπορούσα να τον πάρω μαζί μου να δει και το νούμερο 3 που προβλήθηκε ως ακατάλληλο μέχρι 17 ετών στις αίθουσες.
Και εν τω μεταξύ ο μαύρος πωλητής πετάγεται συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου και λέει «καινούριο αυτό» σε σπασμένα ελληνικά (πράγματι πρόκειται για ταινίες τελευταίας σοδειάς που δεν έχουν βγει ακόμα ούτε στα βίντεο – κλαμπ) αλλά δεν ξέρει ότι έχει πέσει στην περίπτωση, σε ‘μένα δηλαδή που βλέπω σχεδόν ό, τι παίζεται κάθε βδομάδα στους κινηματογράφους.
Ώσπου βλέπω το «Apocalypto» την τελευταία ταινία του Μελ Γκίμπσον με τους Ίνγκας, που αναμένεται να βγει στις αίθουσες σε δυο εβδομάδες και σκέφτομαι «αυτό μάλιστα, είναι καινούριο» και το βάζω στην άκρη.
Μετά βλέπω το «The Fountain», που κι αυτό δεν έχει βγει στις αίθουσες ακόμη και διαβάζω το όνομα του σκηνοθέτη και σεναριογράφου: Ντάρεν Αρονόφσκι (αυτός δεν είναι που είχε πάρει το πρώτο βραβείο του φεστιβάλ κινηματογράφου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, για την ταινία «π»;) και τo βάζω στην άκρη κι αυτό.
Κάπου εκεί, ο φίλος μου ο Σπύρος κάνει το λάθος να αστειευτεί βλέποντας ένα dvd με γυμνές στο εξώφυλλο και να ρωτήσει «Τσόντα; τσόντα;» και ο μαύρος πωλητής μας ξεχωρίζει μάνι-μάνι όλες τις ανάλογες ταινίες από το σωρό και βγάζει μάλιστα και μερικές μέσα από την τσάντα του και μας τις προτείνει και στους δυο λέγοντας κάθε φορά με ενθουσιασμό: «Τσόντα, τσόντα, πολύ καλό».
Τον αποθαρρύνω και συνεχίζω να ψάχνω για κανονικές ταινίες, ώσπου ξεχωρίζω το «Casino Royale», τον τελευταίο Τζέιμς Μποντ, για να το χαρίσω και σταματάω εκεί την επιλογή, στα 5 dvd. «Πόσο κάνουν αυτά;» τον ρωτάω. Κάνει φωναχτά τους λογαριασμούς του στα αγγλικά, κάτι λέει για 10 ευρώ το ένα, επί 5, ίσον 50 ευρώ, και καταλήγει: «Δώσε 40 ευρώ». Κοιτάω τον Σπύρο και τον ρωτάω: «Ρε, τι λέει τούτος;» Κι ο Σπύρος τα παίρνει και μου απαντάει: «Καθαρή κλεψιά».
Και πιάνουν την κουβέντα, ο Σπύρος του λέει ότι είναι πολύ ακριβά και ο μαύρος πωλητής του απαντά ότι κοστίζει και η αρχική εγγραφή της ταινίας και η μετάφραση των τίτλων στα ελληνικά και το τύπωμα των τίτλων… Εντωμεταξύ εγώ διαλέγω τρεις ταινίες από τις πέντε και του δείχνω ότι θα πάρω μόνον αυτές και τον ρωτώ πόσο κάνουν. Εκείνος όμως, μου δίνει πίσω και τις άλλες δύο και μου λέει «35 και οι 5». Το σκέφτομαι για μια στιγμή και μετά τις πληρώνω και τις παίρνω. Έτσι για τη φάση, που λένε.
Γιατί, αν το σκεφτεί κανείς, εγώ από τις 5 τις 3 τις έχω δει. Κι αν ήθελα να τις κάνω κάπου δώρο να τις δουν, θα μπορούσα να τις είχα νοικιάσει κάποιο σαββατοκύριακο για 2 ευρώ τη μία. Όσο για τις 2 «άπαιχτες» θα μπορούσα να περιμένω λίγο για να τις δω στη μεγάλη οθόνη, στην αίθουσα, και μάλιστα δωρεάν, καθότι διαθέτω press card (ελευθέρας). Αλλά είπαμε, για τη φάση. Και για την εμπειρία της ανακάλυψης (μετά) ότι οι ταινίες ήταν «εξωτερικά» αντιγραμμένες με κάμερα κατά τη διάρκεια προβολής. Εξ ου και η κακή ποιότητα εικόνας και ήχου. Εμ, τι νόμισες εσύ!
