Warren Buffett: O μεγιστάνας της φιλανθρωπίας

Warren Buffett: O μεγιστάνας της φιλανθρωπίας

Οι πλούσιοι πρέπει να πληρώσουν περισσότερα. Τα πάνε πάρα πολύ καλά σ’ αυτή τη χώρα ποτέ δεν ζούσαμε καλύτερα.» Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτή η φράση προέρχεται από τα χείλη του δεύτερου (ή τρίτου) πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο, του Ουόρεν Μπάφετ, η περιουσία του οποίου εκτιμάται ότι έχει φτάσει τα 52 δισ. δολάρια. Του ανθρώπου που με μια απλή ανακοίνωση δήλωσε πέρυσι ότι θα παραχωρήσει το 60% της περιουσίας του στο φιλανθρωπικό ίδρυμα του μεγιστάνα της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς, χαρίζοντας 10 εκατομμύρια μετοχές της εταιρίας του, Berkshire Hathaway.

Ο πλέον επιτυχημένος επιχειρηματίας στο χώρο των επενδύσεων τον 20ό αιώνα, είχε κάνει γνωστές τις φιλάνθρωπες προθέσεις του, αναγνωρίζοντας την αδικία της συγκέντρωσης πλούτου στα χέρια μιας μικρής μερίδας ανθρώπων και διαπιστώνοντας ότι ο Τρίτος Κόσμος υποφέρει, πολλές φορές εξαιτίας της υπερσυγκέντρωσης του πλούτου αυτού. Εχει ιδρύσει ήδη ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, στο οποίο αναμενόταν να περάσουν δισεκατομμύρια δολάρια μετά το θάνατό του. Ομως, πέρυσι δεσμεύτηκε να προχωρήσει σ’ αυτή τη δωρεά άμεσα. Οπως σημειώνουν μάλιστα Αμερικανοί δημοσιογράφοι, η κίνησή του να προσφέρει χρήματα στο Bill & Melinda Gates Foundation, ένα ίδρυμα που ήδη διαχειρίζεται περί τα 30 δισ. δολάρια, ίσως να επηρεάστηκε από το θάνατο της γυναίκας του το 2004.

Ο Μπάφετ ανέκαθεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τη δραστηριότητα του Ιδρύματος Γκέιτς, καθώς συνδυάζει δύο ειδών αγαθοεργίες: χρηματοδοτεί την καταπολέμηση ανίατων ασθενειών και παράλληλα προωθεί την εκπαίδευση των νέων του Τρίτου Κόσμου στη χρήση των νέων τεχνολογιών. Οταν μάλιστα ρωτήθηκε γιατί δεν δίνει δισεκατομμύρια στην κυβέρνηση ως κρατική βοήθεια προς αναπτυσσόμενες χώρες, ο Μπάφετ απάντησε: «Ο Μπιλ και η Μελίντα θα κάνουν καλύτερη δουλειά από το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών» και συμπλήρωσε αναφέροντας πως οι φιλάνθρωποι «οφείλουν να αναζητούν ταλαντούχους ανθρώπους για να μοιράσουν τα πλούτη τους, όπως ακριβώς αναζήτησαν ταλαντούχους ανθρώπους για να δημιουργήσουν αυτά τα πλούτη».

Από μικρός στις επενδύσεις

Ο 89χρονος σήμερα Ουόρεν Μπάφετ ή καλύτερα ο Σοφός της Ομαχα, όπως τον αποκαλούν λόγω της πόλης όπου γεννήθηκε είναι γιος χρηματιστή, μέλους του Κογκρέσου. Σε ηλικία μόλις 6 ετών, έκανε τις πρώτες του επιχειρηματικές κινήσεις.

Όπως αναφέρεται σε κάποια βιογραφία του, η πρώτη του εμπορική κίνηση ήταν να αγοράσει 6 μπουκάλια Coca-Cola για 25 σεντς από το μπακάλικο του παππού του για να τα πουλήσει στη συνέχεια, εισπράττοντας κέρδος πέντε σεντς. Πέντε χρόνια αργότερα, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τις μετοχές και το χρηματιστήριο, αγοράζοντας 3 μετοχές της Cities Service προς 38 δολάρια τη μία γι αυτόν και τη μεγαλύτερη αδελφή του.

Λίγο αργότερα, η μετοχή άρχισε να πέφτει και έχασε 11 δολάρια. Αν και τρομοκρατήθηκε, κράτησε τη μετοχή μέχρις ότου ανακάμψει και την πούλησε τελικά 40 δολάρια. Ο ίδιος, ωστόσο, δηλώνει ότι ήταν λάθος του, αφού η μετοχή της Cities Service εκτοξεύθηκε πολύ αργότερα στα 200 δολάρια. Η εμπειρία αυτή του έμαθε μία από τις βασικές αρχές της επενδυτικής τέχνης, την οποία πρεσβεύει ακόμη και σήμερα: η υπομονή είναι αρετή. Στα 14 του τοποθέτησε μαζί με ένα συμμαθητή του φλίπερ σε κουρεία, επενδύοντας τα χρήματα που έβγαζε σε αγροτικές εκτάσεις, τις οποίες στη συνέχεια νοίκιαζε σε αγρότες.

Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Πενσιλβάνια και της Νεμπράσκα και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Κολούμπια το 1951. Το 1956 ίδρυσε την πρώτη επενδυτική εταιρία, με στόχο την αγορά μεριδίων άλλων εταιριών και την επαναπώλησή τους σε σημαντικά υψηλότερες τιμές. Μεταξύ των εταιριών αυτών, το 1962, εξαγόρασε τη σχεδόν καταστραμμένη κλωστοϋφαντουργία Berkshire Hathaway σήμερα θεωρείται η πιο επιτυχημένη εταιρία επενδύσεων στον πλανήτη, χαρίζοντας για πολλές χρονιές τη δεύτερη θέση μεταξύ των πλουσιοτέρων ανθρώπων στον ιδιοκτήτη της.

Παρά τον πλούτο του, ο Μπάφετ περιφρονεί τα υλικά αγαθά και δεν έχει μπει ποτέ στον πειρασμό της αγοράς έργων Τέχνης, πανάκριβων ακινήτων ή άλλων εκκεντρικών εξόδων. Το μόνο που επιτρέπει στον εαυτό του είναι να ταξιδεύει πρώτη θέση. Μοναδικό του χόμπι είναι η δουλειά του, δηλαδή οι επενδύσεις και το μεγάλο παιχνίδι των τοποθετήσεων μέσω του οποίου βέβαια δημιούργησε και το θρύλο του «Σοφού της Ομαχα», της πολιτείας στην οποία ζει σε πείσμα του Μανχάταν.