- Είδος: Ταινία δράσης
- Σκηνοθεσία: Paul Greengrass
- Ηθοποιοί: Matt Damon, Franka Potente, Julia Stiles, Joan Allen, Karl Urban, Brian Cox, Frank Gallop
- Διάρκεια: 108 λεπτά
- Ημερομηνία κυκλοφορίας: 23 Ιουλίου 2004
- Ελληνικός τίτλος: Στη Σκιά των Κατασκόπων
- Παραγωγή: Universal Pictures
- Προϋπολογισμός ταινίας: 75 εκατομμύρια δολάρια
- Ακαθάριστα έσοδα: 290 εκατομμύρια δολάρια
Το καλό με το βιντεοκλιπικό ρυθμό του κινηματογράφου είναι ότι γευόμαστε πολλαπλά σίκουελ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Με την ψαλίδα να κλείνει πλέον στα δυο χρόνια, αν μη τι άλλο παίρνουμε μια μεγαλύτερη δόση των ηρώων – αγαπημένων και μη. Τώρα βέβαια, αν οι ίδιες οι ταινίες δεν είναι ικανές να διατηρηθούν στη μνήμη μας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι παραγωγοί το έχουν αντιληφθεί και έχουν εφαρμόσει πολιτική «τώρα που γυρίζει» ή απλά πρόκειται για μια μέθοδο ευκολότερου και γρηγορότερου κέρδους, είναι ένα άλλο ζήτημα στο οποίο καλύτερα να μην επεκταθούμε εδώ. Στα δικά μας λοιπόν…
Ο ήρωας του Robert Ludlum, Jason Bourne, επιστρέφει μετά από δυο χρόνια στη μεγάλη οθόνη με τη μεταφορά της δεύτερης νουβέλας της τριλογίας. Και η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου, όπως συμβαίνει σε όλα τα σίκουελ, είναι αν τουλάχιστον αποτελεί αντάξια συνέχεια του καλού πρώτου μέρους.
Μετά από δυο χρόνια, ο Jason Bourne (Matt Damon) εξακολουθεί να μη είναι σίγουρος για το ποιος είναι και τι έχει κάνει. Μαζί με την Marie (Franka Potente) κρύβεται στην Ινδία, προσπαθώντας παράλληλα να αλιεύσει ίχνη του παρελθόντος από το μυαλό του. Όταν αποκαλύπτονται στοιχεία που εμπλέκουν τον Bourne σε μια περίεργη υπόθεση, γίνεται αμέσως στόχος της πράκτορα της CIA Pamela Landy (Joan Allen), η οποία θα κάνει το παν για να τον βρει. Κυνηγημένος για μια ακόμη φορά ο Jason θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του στο μέλλον.
Το σενάριο του Supremacy βασίζεται σε μια ιστορία αρκετά απλή σε σύλληψη. Δεν θα δυσκολευτείτε να βρείτε ή έστω να υποψιαστείτε ποιος παγίδευσε τον Bourne, ποιες συμμαχίες κρύβονται πίσω και πώς τα πράγματα τελικά θα εξελιχτούν. Κατά τη διάρκεια του κεντρικού σκέλους της υπόθεσης γίνονται γνωστά αρκετά πράγματα για το παρελθόν του ήρωα, κυρίως υπό μορφή «θολών» φλας μπακ. Το μεγάλο ατού του έργου εντούτοις, είναι ότι οι παραγωγοί δεν προσποιούνται ότι έχουν στα χέρια τους ένα συγκλονιστικό και περίπλοκα ενδιαφέρον σενάριο, γεμάτο από όλα εκείνα τα γνωρίσματα μιας καλής κατασκοπευτικής ταινίας δράσης.
Για παράδειγμα είναι σαν να γνωρίζουν ότι όποιες ανατροπές υπάρχουν γειτονεύουν με το παιδαριώδες στα μάτια ενός απαιτητικού κοινού. Δεν βασίζονται λοιπόν σε αυτές και δεν στηρίζουν την εξέλιξη σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο άλφα χαρακτήρας δεν γνωρίζει τίποτα για τη βήτα υπόθεση, αλλά προτιμούν να αποκαλύψουν αρκετά γρήγορα τα χαρτιά τους.
Οι σκηνές δράσεις ξεκινούν αιφνιδιαστικά, όπως συνέβαινε και στο πρώτο μέρος, ενώ πολλά συμβαίνουν αναπάντεχα, στιγμιαία κατά τη διάρκειά τους, που σίγουρα θα προκαλέσουν έκπληξη. Ωστόσο, σκηνοθετικά οι σκηνές αυτές κινούνται επικίνδυνα στα όρια του απαράδεκτου.
Όχι μόνο υιοθετείται κάμερα στο χέρι, αλλά και ένας εξωφρενικός ρυθμός μοντάζ. Σε πολλά σημεία τα πλάνα εναλλάσσονται τόσο γρήγορα, που σίγουρα θα δυσκολευτείτε να τα παρακολουθήσετε. Ο Jason ανάβει τη μηχανή του αυτοκινήτου. Κατ, βάζει ταχύτητα. Κάτ, αφήνει τον συμπλέκτη και (εδώ θα τους ξέφυγε το κατ!) πατάει γκάζι. Κατ, το αυτοκίνητο ξεκινάει. Κατ, η κάμερα τρέμοντας κάνει ζουμ σε ένα μέρος του προσώπου του.
Να καταλάβω ότι η κάμερα στο χέρι θεωρείται σημαντικό στοιχείο που ελκύει το θεατή μέσα στη δράση. Να καταλάβω επίσης ότι οι σύγχρονες περιπέτειες απαιτούν μοντάζ βασιζόμενο στα δεδομένα των βιντεοκλίπ και των βιντεογκέημ. Να καταλάβω τέλος ότι τα κοντινά πλάνα στα πρόσωπα και στα αντικείμενα δείχνουν την υπερβολική ένταση των συναισθημάτων και των δρώμενων.
Είναι αδιανόητος όμως ο συνδυασμός και των τριών αυτών στοιχείων ταυτόχρονα, εκτός αν ο σκηνοθέτης έχει την απαιτούμενη πείρα ή αν μη τι άλλο ξέρει αυτό που κάνει. Τόσοι και τόσοι σκηνοθέτες έχουν επιλέξει διαφορετικές οδούς στις σκηνές δράσης με μεγαλύτερη επιτυχία. Ο Σόμμερς επί παραδείγματι στον Van Helsing, αν και επρόκειτο για διαφορετικό είδος περιπέτειας, δεν διανοήθηκε να πάρει την κάμερα στο χέρι και όμως η δράση του έργου είναι αριστουργηματική.
Και ίσως τελικά οι αιφνίδιες τροπές της δράσης να μην είναι τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα της αδυναμίας του μυαλού να συλλάβει όλη την πληροφορία των εικόνων, παραμένοντας εντυπωσιασμένο μόνο όταν κάτι σημαντικό συμβαίνει. Ήτοι, ο τυφλός βλέπει αυτό που θέλει να δει. Ναι, αν αυτό ήταν που ήθελε ο σκηνοθέτης, το πέτυχε και με το παραπάνω.
Επειδή ωστόσο δε θέλω να φανώ άδικος με την ταινία, οφείλω να ομολογήσω ότι όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούσαν την αύρα ξεχωριστού στο πρώτο μέρος, παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα και στο δεύτερο αυτό μέρος, με κάποιες πτυχές να τονίζονται περισσότερο, όπως γίνεται για παράδειγμα στην πολύ όμορφη σκηνή του φινάλε. Ο χαρακτήρας του Jason δεν μοιάζει να εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του φιλμ, όμως τελικά αυτό περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Ο Bourne είναι ένας λιτός, ραφινάτος και επιδέξιος εκδικητής και οι παραγωγοί έντεχνα επιδεικνύουν την ανθρώπινη πλευρά του και τη συνδυάζουν με τη δολοφονική υπόστασή του. Πιάνοντας το νόημα των καιρών, ο Bourne αποφεύγει το εξεζητημένο των Bond και την υποτίμηση της νοημοσύνης μας που επιχειρούν κάποιοι άλλοι ήρωες και πατάει γερά στις προσταγές της σύγχρονης πραγματικότητας.
Είναι έξυπνος, αποτελεσματικός, γρήγορος, αλλά και σεμνός και ανθρώπινος, ενώ τα λόγια και οι πράξεις του δε συνοδεύονται από τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, όπως μας έχουν συνηθίσει άλλες παραγωγές. Και εκεί είναι που καταφέρνει να κερδίσει το θεατή η ταινία. Όλα αυτά δε, προσωποποιούνται πολύ καλά και από τον Matt Damon, ένα από τα πιο έξυπνα κάστινγκ των τελευταίων ετών.
Ανάμεσα στους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχωρίζει η Joan Allen για την ανάμειξη συντηρητισμού σύμφωνα με τους κανόνες και ειλικρίνειας που καταφέρνει, ενώ ο Brian Cox (Bourne Identity, X2) προσωπικά μου φάνηκε πολύ λίγος με αυτό που θα έπρεπε να αποδώσει. Όσοι πάντως θα πάτε να δείτε την ταινία μόνο για την Potente, μάλλον χάσατε! Άξιας αναφοράς είναι τέλος η μουσική του John Powell, που μεμονωμένα μπορεί να ακουστεί ως μονότονη ή επαναλαμβανόμενη, όμως επί της οθόνης αποτελεί τον ιδανικό συνδυασμό της εικόνας.
Ναι, το Bourne Soupremacy είναι αντάξια συνέχεια του πρώτου μέρους, παρά τα όποια σεναριακά και σκηνοθετικά ατοπήματα. Αν βλέπετε γενικά περιπέτειες θα σας ικανοποιήσει και με το παραπάνω. Δράση, ταχύτητα, κυνηγητά, μια δόση κατασκοπίας και όλα αυτά με στυλ διαφορετικό από τα τετριμμένα. Σίγουρα δεν πρόκειται για το φιλμ που θα χαραχτεί στο νου σας και υπήρχαν πολλά περιθώρια βελτίωσης. Αν μη τι άλλο όμως θα σας διασκεδάσει με ειλικρίνεια.
Δείτε παρακάτω το τρέιλερ της ταινίας The Bourne Supremacy (2004). Στη Σκιά των Κατασκόπων.
