Επιστροφή στα χωριά και αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα

Επιστροφή στα χωριά και αναγέννηση του πρωτογενούς τομέα

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που όταν ακούσει τη λέξη «Γερμανία» του έρχεται στο μυαλό η εικόνα μιας χώρας γεωργών και κτηνοτρόφων! Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο, που η χώρα αυτή έχει στον πρωτογενή τομέα ετήσιο αρνητικό ισοζύγιο ύψους περίπου 8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δηλαδή, κάθε χρόνο εισάγει γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, η αξία των οποίων είναι κατά 8 δισ. ευρώ υψηλότερη της αντίστοιχης των προϊόντων που εξάγει.

Την ίδια στιγμή η Ελλάδα, μια χώρα με περίπου το 1/8 του πληθυσμού της Γερμανίας και με πολύ μεγαλύτερη «παράδοση» στη γεωργία και κτηνοτροφία, εμφανίζει στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έλλειμμα στο ισοζύγιο του πρωτογενούς τομέα που ανέρχεται σε περίπου δυο δισ. ευρώ ετησίως (εξαγωγές αξίας 4 και εισαγωγές αξίας 6 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου).

Τα στοιχεία αυτά για τη χώρα μας δεν είναι παράλογα, αν μελετήσει κανείς την εξέλιξη της συμμετοχής που είχε ο πρωτογενής τομέας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Στη δεκαετία του ‘70, ο πρωτογενής τομέας αποτελούσε περίπου το 18% του ΑΕΠ (περίπου 52% ο τριτογενής). Το 1988 αποτελούσε το 16,4% του ΑΕΠ (55% ο τριτογενής) το 1995 το 14,2% (62%) και τα τελευταία προ κρίσης χρόνια το… 3% – 4% (79% – 80% ο τριτογενής).

Για τους ακριβείς λόγους που οδήγησαν στη συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής πρέπει να μιλήσουν οι ειδικοί. Αναμφισβήτητο είναι πάντως το ότι καταλυτικό ρόλο έπαιξαν (και) οι επιδοτήσεις της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία, το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εξαρτιόταν από τις κοινοτικές επιδοτήσεις σε ποσοστό μικρότερο του 10%, για να ακολουθήσει μια βαθμιαία άνοδος που κορυφώθηκε μετά το 2005, όταν το 2011 το ποσοστό συμμετοχής των επιδοτήσεων έφτασε στο 72% του γεωργικού οικογενειακού εισοδήματος.

Τα τελευταία χρόνια, λόγω κρίσης, παρατηρείται μια μικρή «επιστροφή» στα χωριά και μια αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Αυτό το γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ενθαρρυντικό, σίγουρα όμως η «στροφή» που παρατηρείται κάθε άλλο παρά ικανοποιητική είναι, δεδομένων των τεράστιων δυνατοτήτων του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας. Κοινή πεποίθηση όλων που γνωρίζουν, είναι ότι ο τομέας αυτός θα μπορούσε να συντελέσει καθοριστικά στην ανάπτυξη στη χώρα μας και στην έξοδό της από την κρίση.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Κεντρική Μακεδονία, όπου με περίπου 20% ο πρωτογενής τομέας συνεισφέρει σε υψηλότερο ποσοστό από κάθε άλλη περιφέρεια στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.

Γιατί δεν στρέφονται οι νέοι, παρά την κρίση, πιο μαζικά προς τη γεωργία και την κτηνοτροφία; Σίγουρα, από πολλούς λείπει η εξοικείωση. Από εκεί και πέρα όμως, είναι βέβαιο ότι ένας από τους λόγους που το επάγγελμα δεν είναι ελκυστικό, είναι τα μικρά περιθώρια κέρδους. Για να αλλάξει αυτό, και για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων, επιβάλλεται να μειωθεί, πρώτα από όλα, το κόστος παραγωγής -και αυτό είναι πρωτίστως θέμα κεντρικής πολιτικής. Ωστόσο, σημαντικός μπορεί να είναι και ο ρόλος της αυτοδιοίκησης και δη της Περιφέρειας. Η Περιφέρεια είναι ένας φορέας που έχει τις δυνατότητες -και πρέπει!- να συμβάλει καταλυτικά στην προβολή και στην προώθηση των προϊόντων της εκάστοτε περιοχής, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην αγορά του εσωτερικού. Επίσης, μπορεί να συνεισφέρει όσον αφορά στη δημιουργία προϋποθέσεων για φθηνότερα προϊόντα, με όσο το δυνατόν λιγότερους μεσάζοντες.

Με μικρές αλλά εξαιρετικά χρήσιμες παρεμβάσεις αυτού του είδους, μπορεί να τονωθεί ο κλάδος και να αυξηθεί, άμεσα, το περιθώριο κέρδους των αγροτών. Αυτόματα, το επάγγελμα καθίσταται πιο ελκυστικό.

Επίσης, η Περιφέρεια μπορεί να βοηθήσει και με τη χρηματοδότηση, μέσω ευρωπαϊκών κονδυλίων, νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον πρωτογενή τομέα, κάτι που συνεπάγεται με νέες θέσεις εργασίας (και με όλα τα οικονομικά οφέλη που ακολουθούν).

Έτσι, σιγά – σιγά, η αύξηση της εγχώριας παραγωγής θα οδηγήσει στη μείωση των εισαγωγών, ενώ ταυτόχρονα θα αυξηθούν και οι εξαγωγές (ένα παράδειγμα: η ζήτηση που υπάρχει στο εξωτερικό για τη φέτα είναι πολύ μεγαλύτερη της παραγωγής). Λιγότερο χρήμα φεύγει, περισσότερο χρήμα έρχεται…

Πολλές φορές, τα πράγματα είναι απλά (όχι εύκολα!), όπως ακριβώς ακούγονται! Αυτό που χρειάζεται είναι το όραμα, η θέληση και ο μεθοδικός σχεδιασμός για τη σύλληψη και για την εφαρμογή ενός προγράμματος με συγκεκριμένους στόχους, που θα μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Για άλλη μια φορά, το ζητούμενο είναι η επιλογή των προσώπων που θα κληθούν να τα φέρουν όλα αυτά σε πέρας!