Ένα ελληνικό ντοκιμαντέρ με ηρωίδα τραβεστί στη δεκαετία του 1970

Ένα ελληνικό ντοκιμαντέρ με ηρωίδα τραβεστί στη δεκαετία του 1970

Ένα ελληνικό ντοκιμαντέρ με ηρωίδα μια τραβεστί στα τέλη της δεκαετίας του 70; Υπερβολικά τολμηρό για να είναι αληθινό όμως, η «Μπέττυ» του Δημήτρη Σταύρακα όχι απλά γυρίστηκε αλλά βγήκε με επιτυχία στις αίθουσες της Αθήνας, σε εποχές κάθε άλλο παρά… gay friendly. Σήμερα κυκλοφορεί ξανά, συνοδεύοντας το βιβλίο της Μπέττυ. Ποιος είπε ότι τα παραμύθια του πεζοδρομίου δεν μπορούν να έχουν χαρούμενο τέλος;

Ελλάδα 1976. Ενώ η χώρα προσπαθεί με κόπο να βγει από τον γύψο της χουντικής επταετίας, στην ελληνική βουλή προσγειώνεται ένα νομοσχέδιο που μοιάζει ικανό να ενώσει τους «πεφωτισμένους άνδρες» του κοινοβουλίου ασχέτως πολιτικής τοποθέτησης και χώρου, ένα νομοσχέδιο που είχε σαν ουσιαστικό στόχο την πάταξη της πορνείας αλλά κυρίως της ομοφυλοφιλίας στην Ελλάδα. Το «περί της εξ αφροδισίων νοσημάτων προστασίας και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» προέβλεπε ανάμεσα σε άλλα φακέλωμα των «κίναιδων» και φυλάκιση ενός έτους αν συλληφθούν «εν δράσει» ενώ σε δεύτερη σύλληψή τους προβλεπόταν ακόμη και «εκτόπιση» (δηλαδή εξορία) για έναν χρόνο.

Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά αρνητικό κλίμα και σε μια κοινωνία που θεωρούσε δίχως καμία αιδώ την ομοφυλοφιλία αποτρόπαιη και μιαρή, οργανώνεται δειλά δειλά το ΑΚΟΕ, το απελευθερωτικό κίνημα ομοφυλοφίλων Ελλάδος και οι πρώτοι ομοφυλόφιλοι Ελληνες βγαίνουν από την ντουλάπα τους προκειμένου να διαμαρτυρηθούν. Ανάμεσα τους μια τραβεστί, η Μπέττυ, που με την ομιλία της στη συγκέντρωση εναντίον του νομοσχεδίου στο θέατρο «Λουζιτάνια» μεταμορφώνεται εν μία νυκτί σε ανεπίσημο εκπρόσωπο του κινήματος και αντιμετωπίζεται από τον Τύπο και την ας-προσπαθήσουμε-να-γίνουμε-μοντέρνοι κοινωνία ως κάτι ανάμεσα σε εξωτικό πουλί, χαριτωμένη εκκεντρικότητα και εν δυνάμει απειλή.

Δίνει συνεντεύξεις σε σοβαρές εφημερίδες και γίνεται η φωνή όχι μόνο των ομοφυλοφίλων αλλά μιας ακόμη πιο καταπιεσμένης μειοψηφίας. Κι η μεσοαστική τάξη, που προσπαθεί να συλλάβει πώς γίνεται ένας άντρας να εκδίδεται ως γυναίκα, γοητεύεται από την ιδιόμορφη προσωπικότητα ενός ανθρώπου που μπορεί να μιλά με ευφράδεια αλλά να συχνάζει στα πεζοδρόμια της Συγγρού ή να συνομιλεί με τη διανόηση της χώρας αλλά να συνουσιάζεται επ αμοιβή με τα πιο λαϊκά στρωματά της.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που θα γνωρίσει η Μπέττυ μέσα από την τριβή της με τον καλλιτεχνικό κύκλο της Αθηνάς θα είναι και ο Δημήτρης Σταύρακας, ένας σκηνοθέτης με σπουδές κοινωνιολογίας και πολεοδομίας στο Παρίσι που έχοντας επιστρέψει μερικά χρόνια πριν στην Ελλάδα έχει κάνει ήδη αίσθηση με μια σειρά ντοκιμαντέρ. «Γνώρισα την Μπέττυ το καλοκαίρι του 78 σε μια ταβέρνα που βρισκόταν σε μια αλάνα πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Τη γνώρισα μέσα από μια κοινή μας φίλη, την Ιριδα Ζαχμανίδου, και βρέθηκα μπροστά στο εξής εκπληκτικό γεγονός.

Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που υποδυόταν κάτι άλλο από αυτό που ήταν. Ηταν δηλαδή ένας άντρας που υποδυόταν τη γυναίκα. Ηταν τραβεστί τότε, δεν είχε κάνει την επέμβαση ακόμη και είχε ακόμη το ανδρικό φύλο. Την ίδια στιγμή όμως το πρόσωπο αυτό είχε μια καθαρότητα χαρακτήρα, σκέψης και μια ευθύτητα η οποία με άφησε άναυδο. Αυτή η φαινομενική αντίφαση, φαινομενική με την έννοια ότι από τη μία πλευρά είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που υποδύεται κάτι και από την άλλη έναν ευφυή άνθρωπο απολύτως ειλικρινή με έναν χαρακτήρα στέρεο, καθαρό, ανοιχτό, σαφή, με συγκλόνισε».

Η γνωριμία θα ήταν καταλυτική και για τους δύο. Σχεδόν αυτόματα, γεννιέται η ιδέα στον σκηνοθέτη να γυρίσει μια ταινία με πρωταγωνίστρια την Μπέττυ, ένα ντοκιμαντέρ που να περιγράφει τη ζωή της, μια πρόταση στην οποία η απάντηση της ήταν όπως λέει ο ίδιος «άμεση και θετική. Η ιδέα της άρεσε πάρα πολύ, κάτι που φαίνεται και στην ταινία καθώς δημιουργήθηκε μεταξύ μας μια σχέση ισότιμη. Κατάλαβε ότι έχει απέναντί της έναν άνθρωπο ο οποίος δεν τη θεωρεί ως κάτι αξιοπερίεργο αλλά σαν ένα πρόσωπο απολύτως και καθ όλα φυσιολογικό.

Και αυτό έπαιξε πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στη σχέση μας και βοήθησε πάρα πολύ στο γύρισμα της ταινίας η οποία έγινε χωρίς κανένα απολύτως πρόσκομμα, με μεγάλη άνεση. Σημειώστε δε, πως αυτά συμβαίνουν πριν τριάντα σχεδόν χρόνια και ότι έχουν εξελιχθεί πάρα πολύ τα ήθη από τότε. Στη δεκαετία του 70 οι επιφυλάξεις, ακόμη και η εχθρότητα μπορώ να πω απέναντι σε πρόσωπα όπως η Μπέττυ ήταν δηλωμένη και ανοιχτή. Τώρα υπάρχει ακόμη αλλά είναι λιγότεροι οι άνθρωποι που τολμούν να το πουν ανοιχτά».

Γυρνώντας στην Συγγρού

Πριν φτάσει όμως η ώρα των γυρισμάτων, προηγείται μια διαδικασία γνωριμίας και προετοιμασίας που κράτησε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο. Μετά την επίσημη αποδοχή της πρότασης από την Μπέττυ («βγήκαμε για φαγητό και εγώ πήγα για πρώτη φορά στη Λυκόβρυση. Θυμάμαι ακόμη πόση εντύπωση μου έκαναν τα γεμιστά κολοκυθάκια αυγολέμονο») η ζωή της ξετυλίγεται ολόκληρη στα αυτιά του Σταύρακα μέσα από την αφήγησή της. «Του διηγήθηκα όλα όσα είχα ήδη γράψει στο πρώτο μου βιβλίο μου που βρισκόταν υπό έκδοση, στην ουσία ολόκληρη τη ζωή μου σε μια διαδικασία που έμοιαζε πάρα πολύ με ψυχανάλυση». Η σκέψη ότι αυτά συνέβαιναν το καλοκαίρι του 78 μπορεί να τα κάνει να μοιάζουν σήμερα εντελώς αδιανόητα, η Μπέττυ όμως έμοιαζε να μην έχει κανέναν απολύτως ενδοιασμό για την απόφασή της.

«Όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου τα έκανα σκεπτόμενη πως πρέπει με σωστές κινήσεις ο κόσμος να εξοικειωθεί με την τραβεστί, να εξοικειωθεί με την τρασένξουαλ, να τη δει μέσα από μια ταινία, μέσα από ένα θεατρικό, να τη δει μέσα από μια σωστή εκπομπή στην τηλεόραση. Να μην ρίξει μια ματιά από την κλειδαρότρυπα. Πάντα η αρχή μου ήταν αυτή και δεν σκέφθηκα ποτέ τι θα μπορούσε να στοιχίσει σε μένα κάθε μου κίνηση. Εκανα πάντα τολμηρά βήματα, αλλά ένιωθα ότι δεν είχα και άλλη επιλογή. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα ότι βρέθηκα σε έναν κύκλο ανθρώπων που με αγαπούσαν ειλικρινά, που με βλέπουν ως άνθρωπο δίχως καμιά υστεροβουλία, για πρώτη φορά ένιωσα εμπιστοσύνη».

Το σεναριακό σχεδίασμα που προκύπτει από αυτή τη σχεδόν «ψυχαναλυτική» διαδικασία αποτελεί τη βάση της ταινίας η οποία επρόκειτο να είναι εξ αρχής ανεξάρτητη παραγωγή καθώς το υπαγόμενο στο υπουργείο βιομηχανίας κέντρο κινηματογράφου δεν υπήρχε καμιά απολύτως περίπτωση να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο φιλμ. Ο παραγωγός (και πρώην διευθυντής φωτογραφίας της «Ευδοκίας» του Αλέξη Δαμιανού) Χρήστος Μάνγκος αναλαμβάνει να καλύψει το κόστος, ο Σταύρος Χασάπης παίρνει την κάμερα επ ώμου και η περιπέτεια των γυρισμάτων ξεκινά το καλοκαίρι του 1979 σε μέρη και τοποθεσίες μέχρι τότε απροσπέλαστα από την καθωσπρέπει κοινωνία.

Γυρίσματα στο σπίτι που κατοικούσε τότε η Μπέττυ, στις πιάτσες της Συγγρού, στα γκέι μπαρ της Πλάκας και όλα αυτά en face, με το πρόσωπο στην κάμερα και όχι κρυμμένο στις σκιές. «Οι φίλες μου στην ταινία ήταν όντως φίλες μου, ο εραστής μου ήταν κάποιος που είχε υπάρξει όντως εραστής μου, οι θαμώνες στα μπαρ ήταν αληθινοί άνθρωποι και όχι ηθοποιοί. Ακόμη και οι πελάτες ήταν άνθρωποι που έρχονταν στην πιάτσα χωρίς να ξέρουν ότι γυρίζουμε και στα αμάξια των οποίων έμπαινα, για να κάνουμε το πλάνο και έβγαινα μερικά στενά πιο κάτω με κάποια δικαιολογία για να μην αναγκάζω το συνεργείο να περιμένει.

Νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι δέχτηκαν χωρίς δισταγμό να εμφανιστούν στην οθόνη για δυο λόγους. Ο ένας ήταν ότι ήδη με ήξεραν και με εκτιμούσαν από την εκδήλωση στο «Λουζιτάνια» και ο άλλος είχε να κάνει με το πόσο πιο αθώοι και ανυποψίαστοι ήταν όλοι τότε. Νομίζω πως αν κάποιος δοκίμαζε να κάνει το ίδιο σήμερα, όλοι θα ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί ή θα ακκίζονταν περισσότερο μπροστά στην κάμερα και θα σκοτώνονταν για το ποια θα έχει το καλύτερο πλάνο».

Πράγματι η ευθύτητα με την οποία όλοι κοιτάζουν τον φακό μοιάζει παράξενη σήμερα, σε μια εποχή που ενώ θεωρητικά είναι πολύ πιο απελευθερωμένη, η πλειοψηφία των ομοφυλοφίλων δείχνει να αρνείται οποιαδήποτε έκθεση πέρα από τα περιχαρακωμένα σύνορα της «γκέι γειτονιάς» του Γκαζιού. Σύμφωνα με τον Σταύρακα «μπορεί ο κόσμος των ομοφυλοφίλων και των τραβεστί να έμοιαζε απροσπέλαστος ή δύσπιστος, όμως αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα εξαιρετικό ένστικτο να αντιλαμβάνονται τις αληθινές προθέσεις όσων τους πλησιάζουν.

Πέρα από το γεγονός ότι είχα την Μπέττυ στο πλευρό μου και ως βοηθό μου τον Ανδρέα Βελισσαρόπουλο (σ.σ. έναν από τους πρωτεργάτες του ΑΚΟΕ και εκδότη του Αμφί), κάτι που διευκόλυνε τα πράγματα, υπήρχε και κάτι άλλο. Αυτός είναι ένας κόσμος που θέλει να μιλήσει να ανοίξει έναν διάλογο με την υπόλοιπη κοινωνία που της τον αρνείται. Οταν ξαφνικά βρίσκεται ένας αγωγός, ένας δίαυλος επικοινωνίας με τον πολύ κόσμο και ξέρουν ότι αυτό το πράγμα δεν τους εκμεταλλεύεται, ανοίγεται αμέσως».

Από το πεζοδρόμιο στις αίθουσες

Το μοντάζ και η επεξεργασία της ταινίας τελειώνει το φθινόπωρο του 1979 και το φιλμ κατατίθεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης που τότε περιλάμβανε τόσο μεγάλου όσο και μικρού μήκους ταινίες. Η προκριματική επιτροπή του φεστιβάλ, όμως, απέρριψε το φιλμ από το διαγωνιστικό τμήμα με το σκεπτικό πως «η κοινωνική ζημιά που προκαλείται από την ταινία υπερβαίνει την αισθητική της αξία». Εντούτοις οι αντιδράσεις του κοινού στο φεστιβάλ είναι ενθουσιώδεις και το φιλμ φεύγει με το βραβείο της Πανελλήνιας Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

Η Μπέττυ βρίσκεται στο φεστιβάλ και όπως είναι φυσικό είναι «το πρόσωπο της ημέρας. Ενιωθα πως αυτό συνέβαινε επειδή ήμουν κάτι παράξενο κάτι ασυνήθιστο, όμως οι αντιδράσεις του κοινού με έπεισαν πως δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ακόμη και αυτοί που περίμεναν να δουν κάτι σκαμπρόζικο αντιλήφθηκαν ότι το φιλμ ήταν κάτι παραπάνω από μια ματιά από την κλειδαρότρυπα».

Η ταινία συζητιέται πολύ και δημιουργεί τόσο θόρυβο ώστε τον χειμώνα του 1980 ο Ζήνος Παναγιωτίδης, διανομέας της (μικρής σε διάρκεια) ταινίας του Φελίνι «Πρόβα Ορχήστρας», ζητά από τον Δημήτρη Σταύρακα να προβάλει μαζί με το φιλμ του Φελίνι και την «Μπέττυ», η οποία στο μεταξύ είχε βραβευτεί και στο νεόκοπο φεστιβάλ Δράμας. Η ταινία κρίνεται ακατάλληλη από την αρμόδια επιτροπή του υπουργείου, όμως η έξοδος της στις αίθουσες υπήρξε δίχως προβλήματα, αντιρρήσεις από τους αιθουσάρχες ή διαμαρτυρίες από ηθικούς πολίτες.

«Την πρώτη βραδιά της προβολής μια μεγάλη μερίδα του κόσμου πήγε ίσως με διάθεση να καλαμπουρίσουν, να δουν την τραβεστί» λέει ο σκηνοθέτης του φιλμ, «όμως λίγο αφού άρχισε η ταινία, το μόνο που μπορούσες να ακούσεις ήταν η παγωμάρα ενός κοινού που άλλα περίμενε και άλλα είδε. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν φανταζόντουσαν ότι ένα τέτοιο πρόσωπο κι ένα τέτοιο θέμα που στο μυαλό τους ήταν συνυφασμένο με την καρικατούρα, με τη χλεύη ή με την ειρωνεία στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να το δει κανείς με αυτή την οπτική».

Μια οπτική που ακόμη και σήμερα μοιάζει αξιοθαύμαστα ειλικρινής και μπολιασμένη με μια κατανόηση για το «διαφορετικό» που σπάνια συναντάμε ακόμη και στους πιο ανοιχτόμυαλους δημιουργούς. Το πορτρέτο της Μπέττυς όπως προκύπτει από την ταινία του Δημήτρη Σταύρακα και όπως σκιαγραφείται στο βιβλίο της Ελισάβετ Βακαλίδου πλέον, «Καπετάνιος Της Ψυχής Μου» στο οποίο το DVD του «Μπέττυ» συμπεριλαμβάνεται, δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια συγκλονιστική καταγραφή δύναμης και θέλησης και μαζί ένα μάθημα κινηματογραφικής -και όχι μόνο ηθικής- που αξίζει τον κόπο να ανακαλύψουμε όλοι…

Απορρίπτεται!

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τη Σούλα Αλεξανδροπούλου και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πρωινή στις 29 Σεπτεμβρίου του 1979, πριν την προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το δημοσιεύουμε αυτούσιο, όχι μόνο γιατί περιέχει μια εξαιρετικά σύγχρονη και διεισδυτική ματιά πάνω στο φιλμ, αλλά και γιατί περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το παρασκήνιο της απόρριψης της ταινίας από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Η «Μπέττυ» απορρίφθηκε ως κοινωνικά επικίνδυνη

Η «προκριματική επιτροπή» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης απέρριψε το φιλμ του Δημήτρη Σταύρακα, «Μπέτυ», έγχρωμο, διάρκειας 32 λεπτών. Με ψήφους 4 κατά, 4 υπέρ και δύο λευκών (η ψήφος του προέδρου σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό μέτρησε διπλή) και το αιτιολογικό ότι «η κοινωνική ζημιά που προκαλεί είναι μεγαλύτερη από το καλλιτεχνικό όφελος». Ο ισχυρισμός, πρωτοφανής τουλάχιστον στην εποχή μας, καταργεί αυθαίρετα την κοινωνική λειτουργία της τέχνης κι έρχεται να δημιουργήσει ένα ακόμα κακό προηγούμενο στον βεβαρημένο 20ετή θεσμό του Φεστιβάλ.

Ζητώντας την ετυμηγορία των ανθρώπων του κινηματογράφου και του Τύπου ο Σταύρακας έκανε χτες το πρωί μια ιδιωτική προβολή. Και κέρδισε την πρώτη μάχη.

Το φιλμ είναι σε ένα πρώτο επίπεδο η καταγραφή της ιστορίας μιας τραβεστί. Και σε ένα δεύτερο και πιο ουσιαστικό, η καταγραφή της κοινωνικής βίας. Η μικρή ομάδα της οικογένειας, θα απορρίψει πρώτη το παιδί που οι ερωτικές του διαθέσεις είναι διαφορετικές από τις συνηθισμένες. Χωρίς τίποτα να γνωρίζει και χωρίς διάθεση να μάθει, θα χρησιμοποιήσει το ξύλο σαν τιμωρία (ή σαν εκδίκηση) με το πρόσχημα να συνετιστεί ο ανακόλουθος.Θα ακολουθήσει το σχολείο, η γειτονιά, η μικρή κοινωνία του χωριού, το αναμορφωτήριο, η πόλη.

Το παιδί ωστόσο ανακαλύπτει την ερωτική του ανακολουθία μέσα από τους άλλους. Που μικροί γείτονες, ευυπόληπτοι υπάλληλοι ή νεαροί με μοτοσικλέτες σε αθηναϊκό μπαρ, μένουν πάντα κοινωνικά παραδεκτοί και φυσικά «ατιμώρητοι», ακόμα κι όταν επιδεικνύουν την εκδικητική βαρβαρότητα της ανδρικής επιβολής τους, δέρνοντας τις τραβεστί που ψωνίζουν τη νύχτα.

Συνδυασμός φιξιόν και ντοκιμαντέρ, με σκηνές στημένες και φυσικές, η ταινία, χρησιμοποιεί σαν άξονα το λόγο της Μπέττυς, που αρθρωμένος μ ένα ιδιότυπο ηχόχρωμα, αποδίνει λιτά την πραγματικότητα. Καμιά γαργαλιστική ερωτική σκηνή, καμιά προσπάθεια να ερεθιστεί ο θεατής να συγκινηθεί εύκολα ή να γελάσει. Μόνο το τραγούδι των Πλάτερς «Η Προσευχή Μου», έρχεται κάποια στιγμή να φορτίσει με συγκίνηση την ερωτική μοναξιά της ηρωίδας.

Με πλάνα που αντιπαρατίθενται ή ερμηνεύουν την αποσπασματική αφήγηση της ηρωίδας ο σκηνοθέτης συνθέτει μια ταινία με άψογο κινηματογραφικό χρόνο και, τινάζοντας στον αέρα θεσμούς και πεποιθήσεις, μετατρέπει το ατομικό σε καθολικό και προκαλεί την ενοχή μας.

Στα 32 λεπτά του φιλμ, η Μπέττυ και η ταινία, δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να αποκαλύπτουν μια κρυμμένη πτυχή του κοινωνικού μας προσώπου. Με ειλικρίνεια, που διαπερνώντας την εγγενή σκληρότητα της αλήθειας, αναπτύσσει την τρυφερότητα την ανθρώπινης ζωής.

Είναι άραγε η τολμηρή κατάδειξη του κατακτημένου από την ηρωίδα δικαιώματος στην ελευθερία που προκάλεσε την άρνηση των τεσσάρων της επιτροπής; Ή μήπως το αίσθημα της ενοχής για την κατάδειξη της υπάρχουσας, κοινωνικής βίας; Η φράση «αυτά γίνονται αλλά δεν είναι σωστό να λέγονται» που μάθαμε πως ακούστηκε και που επιβεβαιώνεται από την απορριπτική απόφαση, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αποδεικνύει τον γνωστό φαρισαϊσμό της Ελλάδας Ελλήνων Χριστιανών.

Το μόνο βέβαιο είναι, πάντως, πως η απόρριψη της ταινίας του Σταύρακα, με την έξοχη φωτογραφία του Σταύρου Χασάπη, τίναξε στον αέρα το φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που λειτουργεί είκοσι χρόνια τώρα, δικαιώνοντας το κοινωνικό μας ψεύδος.

Οσο για την πολιτική της ανακολουθίας και του ελληνικού αλαλούμ, αποδεικνύεται με την είδηση που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες και η οποία πληροφορεί το κοινό ότι μέσα στο χειμώνα, στις αθηναϊκές αίθουσες, μετά το «Κλουβί με τις Τρελές» που προβάλλεται από πέρυσι, θα προβληθεί και η αγγλική ταινία «Τα πουλιά της νύχτας», σκληρή ιστορία των Αγγλων τραβεστί. Εκτός αν μας πουν και πάλι, πως αυτά «τα κακά», συμβαίνουν εις Παρισίους ή εις Λονδίνον, αλλά όχι στην Ελληνοχριστιανική Ελλάδα.

Η ταινία, θα προβληθεί για τους κριτικούς και για το κοινό στη Θεσσαλονίκη, εκτός Φεστιβάλ… Θυμίζουμε ότι μέλη της προκριματικής επιτροπής, ήταν οι κ.κ. Πέτρος Χάρης, Κ. Ασημακόπουλος, Βαφειάδης, Περγαντής, Τζόγιας, Σταμπουλόπουλος, Μαγγανάρης, Αδαμόπουλος, Φιλιππίδης και η Πέρυ Ποράβου.

Προηγούμενο άρθροΌταν φτάνεις να σιχαίνεσαι τα blogs της ποπ κουλτούρας
Επόμενο άρθροThe cartoon they are a changin’
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας