Πάμε ξανά για γιορτή!

Έχουν περάσει αρκετά (μα απελπιστικά αρκετά) χρόνια που η ελληνική ταινία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης έχει μπει στο περιθώριο, εξαιτίας της «πολιτιστικής επανάστασης» των ψευτοκουλτουριάρηδων ψευτοεκσυγχρονιστών. Οι οποίοι, μαϊμουδίζοντας την πολλά «υποσχόμενη» παγκοσμιοποίηση, προχώρησαν ακόμα παραπέρα: Επικήρυξαν την ελληνική ταινία από το φεστιβάλ και από την πόλη της Θεσσαλονίκης! Από τη χαρά της συλλογικότητας, τον πολιτισμικό διάλογο ηλικιών και σχολών, την αγωνία για το ελληνικό τοπίο και τη μέριμνα της ελληνικής ιδιαιτερότητας, περάσαμε στη σούπα του απάνθρωπου διεθνισμού. Από το πρόσωπο του δημιουργού, ξεπέσαμε στο άτομο της χρεοκοπημένης νεωτερικότητας.

Το «διαίρει και βασίλευε» εξυπηρέτησε τους εξωθεσμικούς παράγοντες και τα εξουσιολάγνα παράσιτα του ελληνικού κινηματογράφου. Έτσι το φεστιβάλ κατάντησε μία ακόμα στάση της νέας τάξης υπερεθνικών περιφερόμενων φεστιβαλιστών (ψευτοσχολιαστών ταινιών, τάχα μου, στελεχών φεστιβάλ, ψευτοπαραγωγών, δήθεν δημοσιογράφων) οι οποίοι κάνουν εναλλάξ διακοπές στα ανά τον κόσμο φεστιβάλ. Τζάμπα εισιτήρια, τζάμπα διαμονή, εξτρά δώρα κλπ. Και, ενδιάμεσα, βλεφαρίζουμε καμιά ταινία, έτσι, για να γράψουμε κάτι, δικαιολογώντας τη μεγαλοψυχία των οικοδεσποτών… Φυσικά γεννήθηκε το αποπνικτικό έκτρωμα: Ο έλληνας πολίτης να χρηματοδοτεί τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά, αν θέλει να δει σε κλίμα γιορτινό την ταινία του Λάνθιμου ή του Αβρανά, να πρέπει να μεταναστεύσει στις Κάννες, τη Βενετία ή το Λος Άντζελες!

Οι έλληνες δημιουργοί έχασαν τη μαγεία της μέθεξης στα κοινά όνειρα (τώρα συναντιούνται μόνο σε καμιά διαδήλωση), και οι Θεσσαλονικείς απορούν για το τι κάνουν όλοι αυτοί οι ξένοι που πλημμυρίζουν μπαράκια και ταβέρνες για δέκα μέρες κάθε χρόνο.

Διεθνές Φεστιβάλ; Φυσικά, ναι. Αλλά σαν άθλημα γνωριμίας έργου και επικοινωνίας δημιουργών και κοινού. Κι όχι σαν μέσο περιθωριοποίησης και καταγέλασης του ελληνικού κινηματογράφου.

Αυτός ο τόπος έχει ιστορία χιλιάδων χρόνων, και συνάμα μοναδικό και ύψιστο παράδειγμα πολιτισμού, και γι’ αυτό του αξίζει σεβασμός. Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πρέπει να λειτουργεί σαν εκκλησία συνάντησης, ανάδειξης και γονιμοποίησης της ελληνικότητας. Ο Έλληνας μόνο μέσα από την ταυτότητά του μεγαλούργησε. Να ξαναγυρίσει επιτέλους με τις δάφνες της δικαίωσης η κυρίαρχη παρουσία τού ελληνικού κινηματογράφου, με όποια μορφή επιλεχτεί έπειτα από αληθινό διάλογο. Να αναστηθεί η υγιής άμιλλα του συναγωνισμού. Οι δημιουργοί, οι παραγωγοί και οι τεχνικοί πρέπει να αναδεικνύονται και να επιβραβεύεται ηθικά και υλικά ο μόχθος τους.

Να ξαναφορέσουμε τα γιορτινά μας (και τις πανοπλίες μας), να ξανακερδίσουμε την οικειότητά μας, να προβάλλονται οι νέοι οι οποίοι θα νιώθουν τη ζεστή φιλοξενία των δοκιμασμένων «παλιοσειρών», αλλά και τη θαλπωρή του Κανελλόπουλου, του Δαλιανίδη, του Κακογιάννη, του Αγγελόπουλου, του Κούνδουρου… Να ανθίσουν οι παρέες, να επιστρέψει η κατάνυξη απ’ τα ξενύχτια, να μάθει ο ένας τον άλλον, και να κλειστούν συναντήσεις, να ζωντανέψουμε απ’ τη γονιμότητα των καβγάδων. Να νικήσουν πάλι τα ανθρώπινα αισθήματα, ρε γαμώτο.

Πρέπει να αρχίσει ξανά η γιορτή.