Πάντων ανθρώπων μέτρον το χρήμα…

Διάβασα τις προάλλες ένα κείμενο στο internet, το οποίο με προβλημάτισε αρκετά. Πάλεψα με τον εαυτό μου για κάνα δυο μέρες και αφού πέρασα από τα γνωστά πέντε στάδια της Kübler – Ross (με κυριότερα την οργή και την κατάθλιψη), αποφάσισα να αποδεχθώ την κατάσταση και να μοιραστώ τα σχόλια μου ως τροφή για σκέψη.

Το εν λόγω κείμενο, με τίτλο «Η υπεροψία της μόρφωσης», είναι γραμμένο από ένα καθηγητή πληροφορικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που κάνοντας την αυτοκριτική του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τελικά η μόρφωση είναι ένα «φθηνό χόμπι», χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Αντίθετα, η πραγματική αξία των ανθρώπων κρίνεται από το πόσα χρήματα μπορεί κανείς να συγκεντρώσει.

Παραθέτω εδώ μερικά αντιπροσωπευτικά χωρία (σε περίπτωση που η επιλογή μου είναι ατυχής, μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το εν λόγω κείμενο στον παρακάτω σύνδεσμο: medium.com/p/a42ad5dd0779

«Το χρήμα, πέρα από μέσο συναλλαγής, “μετράει” τις ικανότητές μας σε αυτό τον κόσμο. Την ικανότητά μας να αμειβόμαστε περισσότερο, δουλεύοντας λιγότερο, επειδή η δουλειά μας είναι περιζήτητη, χρήσιμη και δυσεύρετη […]

»Δεν είναι κακό να έχεις τρία πτυχία, δημοσιεύσεις, ερευνητικό έργο και άλλα πνευματικά επιτεύγματα. Να ξέρεις όμως ότι το κάνεις από χόμπι. Να ξέρεις ότι στην αγορά, εκεί που η κυρα Σούλα θα πιάσει δυο ντομάτες στα χέρια της για να διαλέξει την καλύτερη, ανταμείβεται αυτός που είναι περισσότερο χρήσιμος στον κόσμο. Ο αμόρφωτος ποδοσφαιριστής που δεν ξέρει να γράψει το όνομά του, βγάζει σε ένα χρόνο όσα δε βγάζουν 10 μαθηματικοί σε μια ζωή, επειδή ο κόσμος τον χρειάζεται περισσότερο – ή, τον χρειάζεται περισσότερος κόσμος».

Λέει κι άλλα πολλά ο συντάκτης του κειμένου. Περιγράφει μάλιστα ένα περιστατικό με έναν χασάπη, το οποίο στάθηκε η αφορμή για την αφύπνισή του κ.ά. Αξίζει νομίζω να ρίξετε μια ματιά σε όλο το κείμενο.

Αν λοιπόν συντάκτης του κειμένου ήταν κάποιος «αμόρφωτος τύπος», όπως αποκαλεί ο καθηγητής τον χασάπη, τότε θα έλεγα απλά ότι «όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια», ήτοι όλη αυτή η επιχειρηματολογία είναι ένα καλό άλλοθι. Το γεγονός όμως ότι προέρχεται από κάποιον ο οποίος θεωρητικά έχει υποστεί την επίπονο βάσανο της ανώτερης εκπαίδευσης, είναι για μένα το ουσιαστικό πρόβλημα.

Δεν θα σχολιάσω την εγγενή παθολογία του κειμένου (η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσαν να ξεκινήσουν πολλές συζητήσεις σε διάφορους τομείς από αυτό), αλλά θα προσπαθήσω να εξάγω κάποια στοιχεία που εκτιμώ ότι βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση ενός υπαρκτού φαινομένου στην εκπαίδευση.

Με άλλα λόγια, από ό,τι φαίνεται η μακροχρόνια αυτή εκπαιδευτική διαδικασία δεν κατάφερε τελικά να παράξει ένα χρήσιμο μέλος της κοινωνίας (σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου), αλλά κάποιον «φθηνό χομπίστα», γεμάτο ματαιοδοξία και φιλαρέσκεια. Συνεπώς απέτυχε διότι δημιουργεί το εξής παράδοξο: ή ο συντάκτης του κειμένου έχει δίκιο και η αποτυχία της είναι αληθής ή έχει άδικο και η θέση του είναι αναληθής, συνεπώς και πάλι η αποτυχία είναι προφανής, αφού δεν κατάφερε να πείσει ούτε τον ίδιο τον αποδέκτη της για την ορθότητα των επιχειρημάτων της.

Τις τελευταίες δεκαετίες η ολοένα και μεγαλύτερη εισβολή της επιχειρηματικής λογικής σε όλα τα στάδια της εκπαίδευσης τείνει να αλλοιώσει κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της. Ένα από αυτά είναι και ο κοινωνικός της χαρακτήρας. Μία από τις βασικές αρχές της εκπαίδευσης είναι να προμηθεύει την κοινωνία, πέρα από επαγγελματίες που «θα κινήσουν τα γρανάζια της», με πολίτες που θα καθορίσουν την πορεία της. Η κραταιά λογική σήμερα στην εκπαίδευση προμηθεύει τους μαθητές – σπουδαστές της με ολοένα και περισσότερα εφόδια για το πώς να παράγουν περισσότερο πλούτο, αλλά με ολοένα και λιγότερα για το πώς να τον διαχειρίζονται. Εξού και η μεγάλη ανάπτυξη των λεγόμενων τεχνολογικών – εφηρμοσμένων σπουδών σε βάρος των ανθρωπιστικών. Η πρακτική αυτή σε συνδυασμό με την επικρατούσα απόρριψη παραδοσιακών αξιακών συστημάτων (είτε πολιτικών, είτε κοινωνικών) δίνει χώρο για τη δημιουργία μιας νέας αξιολογικής πραγματικότητας.

Το ανησυχητικό για μένα (και το βασικό κίνητρο για αυτή την παρέμβαση) είναι πως αυτή η φιλοχρήματη λογική τείνει να επικρατήσει τα τελευταία χρόνια ως μία αξιωματική αλήθεια. Και ως εκ τούτου να καθορίζει όχι μόνο τον οικονομικό κόσμο, του οποίου εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί τη μόνη αλήθεια, αλλά και την ίδια την κοινωνία. Αν καταλήξουμε δηλαδή να εκτιμούμε και κοινωνικά με βασικό κριτήριο τον πλούτο φοβάμαι ότι μας περιμένει μια πολύ σκληρή πραγματικότητα στο μέλλον.

Ενδεικτικά, ετοίμασα μάλιστα ένα γράμμα ως μια πιθανή απάντηση:

«Αγαπητέ κ. καθηγητά της πληροφορικής,

Διάβασα με προσοχή το κείμενό σας και πραγματικά μου άλλαξε τη ζωή! Προχθές, πηγαίνοντας στο πανεπιστήμιο (το οποίο και θα παρατήσω άμεσα, αφού χάνω το χρόνο μου), ένας παππούς βγήκε από το λεωφορείο με τις τσάντες από τη λαϊκή. Ο καημένος παραπάτησε και σωριάστηκε μπροστά στα πόδια μου.

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν στο μυαλό μου τα σοφά λόγια σου και σκέφτηκα: αν σταματήσω να τον βοηθήσω θα χάσω σημαντικό χρόνο, ο οποίος μεταφράζεται σε χρήμα. Τι έχει να μου προσφέρει ο παππούς; Από τη στιγμή που πηγαινοέρχεται με το λεωφορείο, μάλλον δεν έχει και καλή σύνταξη, άρα πιθανότατα πρόκειται για χαραμοφάη. Αλλιώς θα έπαιρνε ένα ταξάκι. Κι εγώ; Αν σταματάω δηλαδή κάθε φορά να βοηθάω παππούδες και γιαγιάδες, πού θα βρω το χρόνο για να συγκεντρώσω τα χρήματα που απαιτούνται για να γίνω κι εγώ ένα χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. Με μια μεγάλη δρασκελιά λοιπόν άφησα τον παππού αιμόφυρτο και τράβηξα για τη γραμματεία του πανεπιστημίου για να ρωτήσω τι χρειάζεται για να ξεγραφτώ.

Είμαι σίγουρος ότι το βράδυ, που θα συναντήσω τους νέους μου πετυχημένους και καταξιωμένους κοινωνικά φίλους, τον Γ, που έχει την αντιπροσωπεία ηρωίνης στη Βόρεια Ελλάδα, τον Ν, με ολόκληρο στόλο από λαθρομεταναστευτικά σκάφη, ο οποίος ταυτόχρονα εισάγει κοπέλες από διάφορες χώρες στην Ελλάδα ως χορεύτριες, και τον Α, που είναι μεν δημόσιος υπάλληλος στην εφορία, αλλά “έχει τον τρόπο του”, θα με συγχαρούν για την απόφασή μου.

Με τρώει η περιέργεια βέβαια, και αύριο θα ξαναπεράσω από το ίδιο σημείο για να δω αν ο παππούς είναι ακόμα εκεί. Όσο για τους παλιούς μου φίλους, τον Γιάννη, που πάει και κάνει μαθηματικά σε φυλακισμένους αμισθί, τον Τάσο που συγκεντρώνει χρήματα για το κοινωνικό πολυιατρείο, τον Χριστόφορο, που ψήνει σουβλάκια για να βοηθήσει τους μετανάστες, τον άλλο Τάσο, που δεν δέχθηκε να πουλήσει την επαγγελματική του ακεραιότητα για ένα κομμάτι ψωμί, ή τον Βασίλη, που οραματίζεται και παλεύει για ένα καλύτερο αύριο… αυτούς δεν τους θέλω, δεν θέλω να με βλέπουν δίπλα σε αργόσχολους κατωτάτου κοινωνικού επιπέδου. Αυτοί είναι “ντομάτες”, που δεν θα τους διαλέξει ποτέ η κ. Σούλα και θα μείνουν για πάντα στον πάγκο του μπακάλη.

Ευχαριστώ πολύ»

Σημειώσεις:

  • Στην αρχική ρήση του Πρωταγόρα, όπως μεταφέρεται στον «Θεαίτητο» του Πλάτωνα: πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος, η λέξη χρήματα έχει τη σημασία πράγματα και όχι νομισματικές μονάδες. Στον παρόντα τίτλο βέβαια η λέξη εννοείται με τη σημερινή της σημασία.
  • Το κείμενο δεν στρέφεται προφανώς εναντίον του προσώπου του καθηγητή. Οι αντιθέσεις σε ιδεολογικό επίπεδο δεν είναι ποτέ προσωπικές. Ίσως μάλιστα να έχουν παρεξηγηθεί οι προθέσεις του. Ήταν όμως μια πολύ καλή αφορμή για να ειπωθούν σκέψεις πάνω στη συγκεκριμένη λογική.
  • Πολλά από τα παραδείγματα του κειμένου είναι «καθ’ υπερβολή» για να βοηθήσουν την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας. Ωστόσο, οι «παλιοί» μου φίλοι είναι πρόσωπα υπαρκτά, που πραγματικά κάνουν τα όσα αναφέρονται στο κείμενο.